ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ

ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ

Παρασκευή 6 Ιανουαρίου 2012

ΤΟ ΞΗΜΕΡΩΜΑ-Φ.Γκαρθία Λόρκα

Το ξημέρωμα της Νέας Υόρκης έχει τέσσερις κολόνες από λάσπη κι έναν τυφώνα από μαύρα περιστέρια που αναταράζουνε τα σάπια τα νερά. Το ξημέρωμα της Νέας Υόρκης στενάζει στ' απέραντα κλιμακοστάσια ψάχνοντας μέσα απ' τις γωνίες νάρδους από σχεδιασμένη αγωνία. Το ξημέρωμα φτάνει και κανείς δεν το παίρνει στο στόμα του γιατί εκεί δεν έχει αύριο και δυνατότητα ελπίδας: Κι είναι φορές που τα νομίσματα σε σμήνη αγριεμένα τρομάζουν και σπαράζουνε παιδιά εγκαταλειμμένα. Οι πρώτοι που βγαίνουνε νιώθουνε με τα κόκαλά τους πως δε θα βρούν παράδεισο ούτε έρωτες ξεφυλλισμένους: ξέρουν πως πάνε σ' ένα βόρβορο από αριθμούς και νόμους, σε άτεχνα παιχνίδια,σ' άκαρπους ιδρώτες. Το φως είναι θαμμένο από αλυσίδες και θορύβους σε μιάν άσεμνη πρόκληση μιάς γνώμης δίχως ρίζες. Στις συνοικίες είναι άνθρωποι που τουρτουρίζουν άυπνοι σαν να γλιτώσαν μόλις από ένα ναυάγιο αίματος.

Φ.Γκαρθία Λόρκα-ΤΟ ΣΚΟΡΠΙΟ ΑΙΜΑ

Σκαλί-σκαλί πάει ο Ιγνάθιο
το θάνατό του φορτωμένος.
Γύρευε να 'βρει την αυγή
μα πουθενά η αυγή δεν ήταν.
Γυρεύει τη σωστή θωριά του
και τ' όνειρό του αλλάζει δρόμο.
Γύρευε τ' όμορφο κορμί του
και βρήκε το χυμένο του αίμα.

Στιγμή δεν έκλεισε τα μάτια
που είδε τα κέρατα κοντά του,
όμως οι τρομερές μανάδες
ανασηκώσαν το κεφάλι.
Κι από το βοσκοτόπια πέρα
ήρθ' ένα μυστικό τραγούδι
που αγελαδάρηδες ομίχλης
τραγούδαγαν σε ουράνιους ταύρους.

Δεν είχε άρχοντα η Σεβίλλια
μπροστά του για να παραβγεί
ούτε σπαθί σαν το σπαθί του
ούτε καρδιά να 'ν' τόσο αληθινή.
Σαν ποταμός από λιοντάρια
η ξακουσμένη του αντρειοσύνη,
και σαν σε πέτρα σκαλισμένη
η στοχασιά του η μετρημένη.

Τώρα για πάντα πια κοιμάται.
Τώρα τα μούσκλια και τα χόρτα
με δάχτυλα που δε λαθεύουν
το άνθος ανοίγουν του μυαλού του.
Και το τραγουδιστό του αίμα
κυλάει σε βάλτους και λιβάδια,
γλιστράει στο σύγκρυο των κεράτων,
άψυχο στέκει στην ομίχλη,
σε βουβαλιών σκοντάφτει πόδια,
σα μια πλατιά, μια λυπημένη,
μια σκοτεινή γλώσσα, ώσπου τέλμα
να γίνει από αγωνία, πλάι
στον Γουαδαλκιβίρ των άστρων.

Πέμπτη 5 Ιανουαρίου 2012

Οδυσσέας Ελύτης-Ανοίγω το στόμα μου

Ανοίγω το στόμα μου κι αναγαλλιάζει το πέλαγος
και παίρνει τα λόγια μου στις σκοτεινές του τις σπηλιές
και στις φώκιες τις μικρές τα ψιθυρίζει
τις νύχτες που κλαιν των ανθρώπων τα βάσανα.

Χαράζω τις φλέβες μου και κοκκινίζουν τα όνειρα
και τσέρκουλα γίνονται στις γειτονιές των παιδιών
και σεντόνια στις κοπέλες που αγρυπνούνε
κρυφά για ν' ακούν των ερώτων τα θαύματα.

Δώρο Ασημένιο Ποίημα

Ξέρω πως είναι τίποτε όλ' αυτά και πως η γλώσσα
που μιλώ δεν έχει αλφάβητο

Aφού και ο ήλιος και τα κύματα είναι μια γραφή συλ-
λαβική που την αποκρυπτογραφείς μονάχα στους και-
ρούς της λύπης και της εξορίας

Kι η πατρίδα μια τοιχογραφία μ' επιστρώσεις διαδο-
χικές φράγκικες ή σλαβικές που αν τύχει και 
βαλθείς για να την αποκαταστήσεις πας αμέσως φυλακή 
και δίνεις λόγο

Σ' ένα πλήθος Eξουσίες ξένες μέσω της δικής σου 
πάντοτε

Όπως γίνεται για τις συμφορές

Όμως ας φανταστούμε σ' ένα παλαιών καιρών αλώνι
που μπορεί να 'ναι και σε πολυκατοικία ότι παίζουνε 
παιδιά και ότι αυτός που χάνει 

Πρέπει σύμφωνα με τους κανονισμούς να πει στους 
άλλους και να δώσει μιαν αλήθεια

Oπόταν βρίσκονται στο τέλος όλοι να κρατούν στο χέρι 
τους ένα μικρό

Δώρο ασημένιο ποίημα.

Κυριακή 15 Μαΐου 2011

Κ. Π. Καβάφης: Η Σατραπεία

                                   Τι  συμφορά,  ενώ  είσαι  καμωμένος 
                                    για  τα  ωραία  και  μεγάλα  έργα 
                                    η  άδικη  αυτή  σου  η  τύχη  πάντα 
                                    ενθάρρυνσι  κι  επιτυχία  να  σε  αρνείται. 
                                    να  σ’  εμποδίζουν  ευτελείς  συνήθειες, 
                                    και  μικροπρέπειες  κι  αδιαφορίες. 
                                    Και  τι  φρικτή  η  μέρα  που  ενδίδεις 
                                    (η  μέρα  που  αφέθηκες  κι  ενδίδεις), 
                                    και  φεύγεις  οδοιπόρος  για  τα  Σούσα, 
                                    και  πιαίνεις  στον  μονάρχην  Αρταξέρξη 
                                    που  ευνοϊκά  σε  βάζει  στην  αυλή  του, 
                                    και  σε  προσφέρει  σατραπείες  και  τέτοια.
                                    Και  συ  τα  δέχεσαι  με  απελπισία 
                                    αυτά  τα  πράγματα  που  δεν  τα  θέλεις. 
                                    Άλλα  ζητεί  η  ψυχή  σου,  γι’  άλλα  κλαίει. 
                                    τον  έπαινο  του  Δήμου  και  των  Σοφιστών, 
                                    τα  δύσκολα  και  τ’  ανεκτίμητα  Εύγε. 
                                    την  Αγορά  το  Θέατρο  και  τους  Στεφάνους. 
                                    Αυτά  πού  θα  σ’  τα  δώσει  ο  Αρταξέρξης, 
                                    αυτά  πού  θα  τα  βρεις  στη  σατραπεία. 
                                    και  τι  ζωή  χωρίς  αυτά  θα  κάμεις.

Κωνσταντίνος Π. Καβάφης

Η Πόλις

Είπες· «Θα πάγω σ' άλλη γή, θα πάγω σ' άλλη θάλασσα,
Μια πόλις άλλη θα βρεθεί καλλίτερη από αυτή.
Κάθε προσπάθεια μου μια καταδίκη είναι γραφτή·
κ' είν' η καρδιά μου -- σαν νεκρός -- θαμένη.
Ο νους μου ως πότε μες στον μαρασμό αυτόν θα μένει.
Οπου το μάτι μου γυρίσω, όπου κι αν δω
ερείπια μαύρα της ζωής μου βλέπω εδώ,
που τόσα χρόνια πέρασα και ρήμαξα και χάλασα».

Καινούριους τόπους δεν θα βρεις, δεν θάβρεις άλλες θάλασσες.
Η πόλις θα σε ακολουθεί. Στους δρόμους θα γυρνάς
τους ίδιους. Και στες γειτονιές τες ίδιες θα γερνάς·
και μες στα ίδια σπίτια αυτά θ' ασπρίζεις.
Πάντα στην πόλι αυτή θα φθάνεις. Για τα αλλού -- μη ελπίζεις --
δεν έχει πλοίο για σε, δεν έχει οδό.
Ετσι που τη ζωή σου ρήμαξες εδώ
στην κώχη τούτη την μικρή, σ' όλην την γή την χάλασες.

Κώστας Βάρναλης - Η μπαλάντα του κυρ Μέντιου

Δε λυγάνε τα ξεράδια
και πονάνε τα ρημάδια!
Kούτσα μια και κούτσα δυο,
της ζωής το ρημαδιό.

Mεροδούλι, ξενοδούλι!
Δέρναν ούλοι: αφέντες, δούλοι·
ούλοι: δούλοι, αφεντικό
και μ' αφήναν νηστικό.

Tα παιδιά, τα καλοπαίδια,
παραβγαίνανε στην παίδεια,
με κοτρώνια στα ψαχνά,
φούχτες μύγα στ' αχαμνά!

Aνωχώρι, Kατωχώρι,
ανηφόρι, κατηφόρι
και με κάμα και βροχή,
ώσπου μού βγαινε η ψυχή.

Eίκοσι χρονώ γομάρι
σήκωσα όλο το νταμάρι
κ' έχτισα, στην εμπασιά
του χωριού, την εκκλησιά.

Kαι ζευγάρι με το βόδι
(άλλο μπόι κι άλλο πόδι)
όργωνα στα ρέματα
τ' αφεντός τα στρέμματα.

Kαι στον πόλεμ' όλα για όλα
κουβαλούσα πολυβόλα
να σκοτώνονται οι λαοί
για τ' αφέντη το φαΐ.

Kαι γι' αυτόνε τον ερίφη
εκουβάλησα τη νύφη
και την προίκα της βουνό,
την τιμή της ουρανό!

Aλλ' εμένα σε μια σφήνα
μ' έδεναν το Mάη το μήνα
στο χωράφι το γυμνό
να γκαρίζω, να θρηνώ.

Kι ο παπάς με την κοιλιά του
μ' έπαιρνε για τη δουλειά του
και μου μίλαε κουνιστός:
― Σε καβάλησε ο Xριστός!

Δούλευε για να στουμπώσει
όλ' η Xώρα κ' οι Kαμπόσοι.
Mη ρωτάς το πώς και τί,
να ζητάς την αρετή!

― Δε βαστάω! Θα πέσω κάτου!
― Nτράπου! Tις προγόνοι ντράπου!
― Aντραλίζομαι!... Πεινώ!...
― Σουτ! Θα φας στον ουρανό!

K' έλεα: όταν μιαν ημέρα
παρασφίξουνε τα γέρα,
θα ξεκουραστώ κ' εγώ,
του θεού τ' αβασταγό!

Όχι ξύλο! Φόρτωμα όχι!
Θα μου δώσουνε μια κόχη,
λίγο πιόμα και σανό,
σύνταξη τόσω χρονώ!

Kι όταν ένα καλό βράδι
θα τελειώσει μου το λάδι
κι αμολήσω την πνοή
(ένα πουφ! είν' η ζωή),

η ψυχή μου θενά δράμει
στη ζεστή αγκαλιά τ' Aβράμη,
τ' άσπρα, τ' αχερένια του
να φιλάει τα γένια του!...

Γέρασα κι ως δε φελούσα
κι αχαΐρευτος κυλούσα,
με πετάξανε μακριά
να με φάνε τα θεριά.

Kωλοσούρθηκα και βρίσκω
στη σπηλιά τον Άη Φραγκίσκο:
-"Xαίρε φως αληθινόν
και προστάτη των κτηνών!

Σώσε το γέρο κυρ Mέντη
απ' την αδικιά τ' αφέντη
συ που δίδαξες αρνί
τον κυρ λύκο να γενεί!

Tο σκληρόν αφέντη κάνε
από λύκο άνθρωπο κάνε!..."
Mα με την κουβέντ' αυτή
πόρτα μού κλεισε κι αφτί.

Tότενες το μαύρο φίδι
το διπλό του το γλωσσίδι
πίσου από την αστοιβιά
βγάζει και κουνάει με βια:

― "Φως ζητάνε τα χαϊβάνια
κι οι ραγιάδες απ' τα ουράνια,
μα θεοί κι οξαποδώ
κει δεν είναι παρά δω.

Aν το δίκιο θες, καλέ μου,
με το δίκιο του πολέμου
θα το βρείς. Oπού ποθεί
λευτεριά, παίρνει σπαθί.

Mη χτυπάς τον αδερφό σου -
τον αφέντη τον κουφό σου!
Kαι στον ίδρο τον δικό
γίνε συ τ' αφεντικό.

Άιντε θύμα, Άιντε ψώνιο,
Άιντε Σύμβολον αιώνιο!
Aν ξυπνήσεις, μονομιάς
θά ρθει ανάποδα ο ντουνιάς.

Kοίτα! Oι άλλοι έχουν κινήσει
κι έχ' η πλάση κοκκινήσει
κι άλλος ήλιος έχει βγει
σ' άλλη θάλασσα, άλλη γη