Το ξημέρωμα της Νέας Υόρκης έχει τέσσερις κολόνες από λάσπη κι έναν τυφώνα από μαύρα περιστέρια που αναταράζουνε τα σάπια τα νερά. Το ξημέρωμα της Νέας Υόρκης στενάζει στ' απέραντα κλιμακοστάσια ψάχνοντας μέσα απ' τις γωνίες νάρδους από σχεδιασμένη αγωνία. Το ξημέρωμα φτάνει και κανείς δεν το παίρνει στο στόμα του γιατί εκεί δεν έχει αύριο και δυνατότητα ελπίδας: Κι είναι φορές που τα νομίσματα σε σμήνη αγριεμένα τρομάζουν και σπαράζουνε παιδιά εγκαταλειμμένα. Οι πρώτοι που βγαίνουνε νιώθουνε με τα κόκαλά τους πως δε θα βρούν παράδεισο ούτε έρωτες ξεφυλλισμένους: ξέρουν πως πάνε σ' ένα βόρβορο από αριθμούς και νόμους, σε άτεχνα παιχνίδια,σ' άκαρπους ιδρώτες. Το φως είναι θαμμένο από αλυσίδες και θορύβους σε μιάν άσεμνη πρόκληση μιάς γνώμης δίχως ρίζες. Στις συνοικίες είναι άνθρωποι που τουρτουρίζουν άυπνοι σαν να γλιτώσαν μόλις από ένα ναυάγιο αίματος.
ΕΙΜΑΙ 17 ΕΤΩΝ,ΜΑθΗΤΗΣ ΚΑΙ ΑΣΧΟΛΟΥΜΕ ΜΕ ΤΗΝ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ ΓΙΑ ΑΥΤΟ ΤΟ ΛΟΓΟ ΕΦΤΙΑΞΑ ΚΑΙ ΤΟ BLOG ΓΙΑ ΝΑ ΜΙΡΑΣΤΩ ΜΑΖΙ ΣΑΣ ΤΗΝ ΤΕΧΝΗ ΠΟΥ ΜΕ ΜΑΓΑΥΕΙ!!!
ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ
Παρασκευή 6 Ιανουαρίου 2012
Φ.Γκαρθία Λόρκα-ΤΟ ΣΚΟΡΠΙΟ ΑΙΜΑ
Σκαλί-σκαλί πάει ο Ιγνάθιο
το θάνατό του φορτωμένος.
Γύρευε να 'βρει την αυγή
μα πουθενά η αυγή δεν ήταν.
Γυρεύει τη σωστή θωριά του
και τ' όνειρό του αλλάζει δρόμο.
Γύρευε τ' όμορφο κορμί του
και βρήκε το χυμένο του αίμα.
Στιγμή δεν έκλεισε τα μάτια
που είδε τα κέρατα κοντά του,
όμως οι τρομερές μανάδες
ανασηκώσαν το κεφάλι.
Κι από το βοσκοτόπια πέρα
ήρθ' ένα μυστικό τραγούδι
που αγελαδάρηδες ομίχλης
τραγούδαγαν σε ουράνιους ταύρους.
Δεν είχε άρχοντα η Σεβίλλια
μπροστά του για να παραβγεί
ούτε σπαθί σαν το σπαθί του
ούτε καρδιά να 'ν' τόσο αληθινή.
Σαν ποταμός από λιοντάρια
η ξακουσμένη του αντρειοσύνη,
και σαν σε πέτρα σκαλισμένη
η στοχασιά του η μετρημένη.
Τώρα για πάντα πια κοιμάται.
Τώρα τα μούσκλια και τα χόρτα
με δάχτυλα που δε λαθεύουν
το άνθος ανοίγουν του μυαλού του.
Και το τραγουδιστό του αίμα
κυλάει σε βάλτους και λιβάδια,
γλιστράει στο σύγκρυο των κεράτων,
άψυχο στέκει στην ομίχλη,
σε βουβαλιών σκοντάφτει πόδια,
σα μια πλατιά, μια λυπημένη,
μια σκοτεινή γλώσσα, ώσπου τέλμα
να γίνει από αγωνία, πλάι
στον Γουαδαλκιβίρ των άστρων.
το θάνατό του φορτωμένος.
Γύρευε να 'βρει την αυγή
μα πουθενά η αυγή δεν ήταν.
Γυρεύει τη σωστή θωριά του
και τ' όνειρό του αλλάζει δρόμο.
Γύρευε τ' όμορφο κορμί του
και βρήκε το χυμένο του αίμα.
Στιγμή δεν έκλεισε τα μάτια
που είδε τα κέρατα κοντά του,
όμως οι τρομερές μανάδες
ανασηκώσαν το κεφάλι.
Κι από το βοσκοτόπια πέρα
ήρθ' ένα μυστικό τραγούδι
που αγελαδάρηδες ομίχλης
τραγούδαγαν σε ουράνιους ταύρους.
Δεν είχε άρχοντα η Σεβίλλια
μπροστά του για να παραβγεί
ούτε σπαθί σαν το σπαθί του
ούτε καρδιά να 'ν' τόσο αληθινή.
Σαν ποταμός από λιοντάρια
η ξακουσμένη του αντρειοσύνη,
και σαν σε πέτρα σκαλισμένη
η στοχασιά του η μετρημένη.
Τώρα για πάντα πια κοιμάται.
Τώρα τα μούσκλια και τα χόρτα
με δάχτυλα που δε λαθεύουν
το άνθος ανοίγουν του μυαλού του.
Και το τραγουδιστό του αίμα
κυλάει σε βάλτους και λιβάδια,
γλιστράει στο σύγκρυο των κεράτων,
άψυχο στέκει στην ομίχλη,
σε βουβαλιών σκοντάφτει πόδια,
σα μια πλατιά, μια λυπημένη,
μια σκοτεινή γλώσσα, ώσπου τέλμα
να γίνει από αγωνία, πλάι
στον Γουαδαλκιβίρ των άστρων.
Πέμπτη 5 Ιανουαρίου 2012
Οδυσσέας Ελύτης-Ανοίγω το στόμα μου
Ανοίγω το στόμα μου κι αναγαλλιάζει το πέλαγος
και παίρνει τα λόγια μου στις σκοτεινές του τις σπηλιές
και στις φώκιες τις μικρές τα ψιθυρίζει
τις νύχτες που κλαιν των ανθρώπων τα βάσανα.
Χαράζω τις φλέβες μου και κοκκινίζουν τα όνειρα
και τσέρκουλα γίνονται στις γειτονιές των παιδιών
και σεντόνια στις κοπέλες που αγρυπνούνε
κρυφά για ν' ακούν των ερώτων τα θαύματα.
και παίρνει τα λόγια μου στις σκοτεινές του τις σπηλιές
και στις φώκιες τις μικρές τα ψιθυρίζει
τις νύχτες που κλαιν των ανθρώπων τα βάσανα.
Χαράζω τις φλέβες μου και κοκκινίζουν τα όνειρα
και τσέρκουλα γίνονται στις γειτονιές των παιδιών
και σεντόνια στις κοπέλες που αγρυπνούνε
κρυφά για ν' ακούν των ερώτων τα θαύματα.
Δώρο Ασημένιο Ποίημα
Ξέρω πως είναι τίποτε όλ' αυτά και πως η γλώσσα
που μιλώ δεν έχει αλφάβητο
Aφού και ο ήλιος και τα κύματα είναι μια γραφή συλ-
λαβική που την αποκρυπτογραφείς μονάχα στους και-
ρούς της λύπης και της εξορίας
Kι η πατρίδα μια τοιχογραφία μ' επιστρώσεις διαδο-
χικές φράγκικες ή σλαβικές που αν τύχει και
βαλθείς για να την αποκαταστήσεις πας αμέσως φυλακή
και δίνεις λόγο
Σ' ένα πλήθος Eξουσίες ξένες μέσω της δικής σου
πάντοτε
Όπως γίνεται για τις συμφορές
Όμως ας φανταστούμε σ' ένα παλαιών καιρών αλώνι
που μπορεί να 'ναι και σε πολυκατοικία ότι παίζουνε
παιδιά και ότι αυτός που χάνει
Πρέπει σύμφωνα με τους κανονισμούς να πει στους
άλλους και να δώσει μιαν αλήθεια
Oπόταν βρίσκονται στο τέλος όλοι να κρατούν στο χέρι
τους ένα μικρό
Δώρο ασημένιο ποίημα.
που μιλώ δεν έχει αλφάβητο
Aφού και ο ήλιος και τα κύματα είναι μια γραφή συλ-
λαβική που την αποκρυπτογραφείς μονάχα στους και-
ρούς της λύπης και της εξορίας
Kι η πατρίδα μια τοιχογραφία μ' επιστρώσεις διαδο-
χικές φράγκικες ή σλαβικές που αν τύχει και
βαλθείς για να την αποκαταστήσεις πας αμέσως φυλακή
και δίνεις λόγο
Σ' ένα πλήθος Eξουσίες ξένες μέσω της δικής σου
πάντοτε
Όπως γίνεται για τις συμφορές
Όμως ας φανταστούμε σ' ένα παλαιών καιρών αλώνι
που μπορεί να 'ναι και σε πολυκατοικία ότι παίζουνε
παιδιά και ότι αυτός που χάνει
Πρέπει σύμφωνα με τους κανονισμούς να πει στους
άλλους και να δώσει μιαν αλήθεια
Oπόταν βρίσκονται στο τέλος όλοι να κρατούν στο χέρι
τους ένα μικρό
Δώρο ασημένιο ποίημα.
Εγγραφή σε:
Σχόλια (Atom)