ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ

ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ

Κυριακή 15 Μαΐου 2011

Κ. Π. Καβάφης: Η Σατραπεία

                                   Τι  συμφορά,  ενώ  είσαι  καμωμένος 
                                    για  τα  ωραία  και  μεγάλα  έργα 
                                    η  άδικη  αυτή  σου  η  τύχη  πάντα 
                                    ενθάρρυνσι  κι  επιτυχία  να  σε  αρνείται. 
                                    να  σ’  εμποδίζουν  ευτελείς  συνήθειες, 
                                    και  μικροπρέπειες  κι  αδιαφορίες. 
                                    Και  τι  φρικτή  η  μέρα  που  ενδίδεις 
                                    (η  μέρα  που  αφέθηκες  κι  ενδίδεις), 
                                    και  φεύγεις  οδοιπόρος  για  τα  Σούσα, 
                                    και  πιαίνεις  στον  μονάρχην  Αρταξέρξη 
                                    που  ευνοϊκά  σε  βάζει  στην  αυλή  του, 
                                    και  σε  προσφέρει  σατραπείες  και  τέτοια.
                                    Και  συ  τα  δέχεσαι  με  απελπισία 
                                    αυτά  τα  πράγματα  που  δεν  τα  θέλεις. 
                                    Άλλα  ζητεί  η  ψυχή  σου,  γι’  άλλα  κλαίει. 
                                    τον  έπαινο  του  Δήμου  και  των  Σοφιστών, 
                                    τα  δύσκολα  και  τ’  ανεκτίμητα  Εύγε. 
                                    την  Αγορά  το  Θέατρο  και  τους  Στεφάνους. 
                                    Αυτά  πού  θα  σ’  τα  δώσει  ο  Αρταξέρξης, 
                                    αυτά  πού  θα  τα  βρεις  στη  σατραπεία. 
                                    και  τι  ζωή  χωρίς  αυτά  θα  κάμεις.

Κωνσταντίνος Π. Καβάφης

Η Πόλις

Είπες· «Θα πάγω σ' άλλη γή, θα πάγω σ' άλλη θάλασσα,
Μια πόλις άλλη θα βρεθεί καλλίτερη από αυτή.
Κάθε προσπάθεια μου μια καταδίκη είναι γραφτή·
κ' είν' η καρδιά μου -- σαν νεκρός -- θαμένη.
Ο νους μου ως πότε μες στον μαρασμό αυτόν θα μένει.
Οπου το μάτι μου γυρίσω, όπου κι αν δω
ερείπια μαύρα της ζωής μου βλέπω εδώ,
που τόσα χρόνια πέρασα και ρήμαξα και χάλασα».

Καινούριους τόπους δεν θα βρεις, δεν θάβρεις άλλες θάλασσες.
Η πόλις θα σε ακολουθεί. Στους δρόμους θα γυρνάς
τους ίδιους. Και στες γειτονιές τες ίδιες θα γερνάς·
και μες στα ίδια σπίτια αυτά θ' ασπρίζεις.
Πάντα στην πόλι αυτή θα φθάνεις. Για τα αλλού -- μη ελπίζεις --
δεν έχει πλοίο για σε, δεν έχει οδό.
Ετσι που τη ζωή σου ρήμαξες εδώ
στην κώχη τούτη την μικρή, σ' όλην την γή την χάλασες.

Κώστας Βάρναλης - Η μπαλάντα του κυρ Μέντιου

Δε λυγάνε τα ξεράδια
και πονάνε τα ρημάδια!
Kούτσα μια και κούτσα δυο,
της ζωής το ρημαδιό.

Mεροδούλι, ξενοδούλι!
Δέρναν ούλοι: αφέντες, δούλοι·
ούλοι: δούλοι, αφεντικό
και μ' αφήναν νηστικό.

Tα παιδιά, τα καλοπαίδια,
παραβγαίνανε στην παίδεια,
με κοτρώνια στα ψαχνά,
φούχτες μύγα στ' αχαμνά!

Aνωχώρι, Kατωχώρι,
ανηφόρι, κατηφόρι
και με κάμα και βροχή,
ώσπου μού βγαινε η ψυχή.

Eίκοσι χρονώ γομάρι
σήκωσα όλο το νταμάρι
κ' έχτισα, στην εμπασιά
του χωριού, την εκκλησιά.

Kαι ζευγάρι με το βόδι
(άλλο μπόι κι άλλο πόδι)
όργωνα στα ρέματα
τ' αφεντός τα στρέμματα.

Kαι στον πόλεμ' όλα για όλα
κουβαλούσα πολυβόλα
να σκοτώνονται οι λαοί
για τ' αφέντη το φαΐ.

Kαι γι' αυτόνε τον ερίφη
εκουβάλησα τη νύφη
και την προίκα της βουνό,
την τιμή της ουρανό!

Aλλ' εμένα σε μια σφήνα
μ' έδεναν το Mάη το μήνα
στο χωράφι το γυμνό
να γκαρίζω, να θρηνώ.

Kι ο παπάς με την κοιλιά του
μ' έπαιρνε για τη δουλειά του
και μου μίλαε κουνιστός:
― Σε καβάλησε ο Xριστός!

Δούλευε για να στουμπώσει
όλ' η Xώρα κ' οι Kαμπόσοι.
Mη ρωτάς το πώς και τί,
να ζητάς την αρετή!

― Δε βαστάω! Θα πέσω κάτου!
― Nτράπου! Tις προγόνοι ντράπου!
― Aντραλίζομαι!... Πεινώ!...
― Σουτ! Θα φας στον ουρανό!

K' έλεα: όταν μιαν ημέρα
παρασφίξουνε τα γέρα,
θα ξεκουραστώ κ' εγώ,
του θεού τ' αβασταγό!

Όχι ξύλο! Φόρτωμα όχι!
Θα μου δώσουνε μια κόχη,
λίγο πιόμα και σανό,
σύνταξη τόσω χρονώ!

Kι όταν ένα καλό βράδι
θα τελειώσει μου το λάδι
κι αμολήσω την πνοή
(ένα πουφ! είν' η ζωή),

η ψυχή μου θενά δράμει
στη ζεστή αγκαλιά τ' Aβράμη,
τ' άσπρα, τ' αχερένια του
να φιλάει τα γένια του!...

Γέρασα κι ως δε φελούσα
κι αχαΐρευτος κυλούσα,
με πετάξανε μακριά
να με φάνε τα θεριά.

Kωλοσούρθηκα και βρίσκω
στη σπηλιά τον Άη Φραγκίσκο:
-"Xαίρε φως αληθινόν
και προστάτη των κτηνών!

Σώσε το γέρο κυρ Mέντη
απ' την αδικιά τ' αφέντη
συ που δίδαξες αρνί
τον κυρ λύκο να γενεί!

Tο σκληρόν αφέντη κάνε
από λύκο άνθρωπο κάνε!..."
Mα με την κουβέντ' αυτή
πόρτα μού κλεισε κι αφτί.

Tότενες το μαύρο φίδι
το διπλό του το γλωσσίδι
πίσου από την αστοιβιά
βγάζει και κουνάει με βια:

― "Φως ζητάνε τα χαϊβάνια
κι οι ραγιάδες απ' τα ουράνια,
μα θεοί κι οξαποδώ
κει δεν είναι παρά δω.

Aν το δίκιο θες, καλέ μου,
με το δίκιο του πολέμου
θα το βρείς. Oπού ποθεί
λευτεριά, παίρνει σπαθί.

Mη χτυπάς τον αδερφό σου -
τον αφέντη τον κουφό σου!
Kαι στον ίδρο τον δικό
γίνε συ τ' αφεντικό.

Άιντε θύμα, Άιντε ψώνιο,
Άιντε Σύμβολον αιώνιο!
Aν ξυπνήσεις, μονομιάς
θά ρθει ανάποδα ο ντουνιάς.

Kοίτα! Oι άλλοι έχουν κινήσει
κι έχ' η πλάση κοκκινήσει
κι άλλος ήλιος έχει βγει
σ' άλλη θάλασσα, άλλη γη

Οδυσσέας Ελύτης-Ενα το χελιδόνι

Ενα το χελιδόνι κι η άνοιξη ακριβή
για να γυρίσει ο ήλιος θέλει δουλειά πολλή
Θέλει νεκροί χιλιάδες να 'ναι στους τροχούς
Θέλει κι οι ζωντανοί να δίνουν το αίμα τους.

Θε μου Πρωτομάστορα μ' έχτισες μέσα στα βουνά
Θε μου Πρωτομάστορα μ' έκλεισες μες στη θάλασσα!

Πάρθηκεν από μάγους το σώμα του Μαγιού
Το 'χουνε θάψει σ' ένα μνήμα του πέλαγου
σ' ένα βαθύ πηγάδι το 'χουνε κλειστό
μύρισε το σκοτάδι κι όλη η άβυσσος

Θε μου Πρωτομάστορα μέσα στίς πασχαλιές και Συ
Θε μου Πρωτομάστορα μύρισες την Ανάσταση

Γιῶργος Σεφέρης-Πρωί

Ἄνοιξε τὰ μάτια καὶ ξεδίπλωσε
τὸ μαῦρο πανὶ πλατιὰ καὶ τέντωσέ το
ἄνοιξε τὰ μάτια καλὰ στύλωσε τὰ μάτια
προσηλώσου προσηλώσου τώρα ξέρεις
πὼς τὸ μαῦρο πανὶ ξεδιπλώνεται
ὄχι μέσα στὸν ὕπνο μήτε μέσα στὸ νερὸ
μήτε σὰν πέφτουνε τὰ βλέφαρα ρυτιδωμένα
καὶ βουλιάζουνε λοξὰ σὰν κοχύλια,
τώρα ξέρεις πὼς τὸ μαῦρο δέρμα τοῦ τυμπάνου
σκεπάζει ὁλόκληρο τὸν ὁρίζοντά σου
ὅταν ἀνοίξεις τὰ μάτια ξεκούραστος, ἔτσι.
Ἀνάμεσα στὴν ἰσημερία τῆς ἄνοιξης καὶ τὴν ἰσημερία
τοῦ φθινοπώρου
ἐδῶ εἶναι τὰ τρεχάμενα νερὰ ἐδῶ εἶναι ὁ κῆπος
ἐδῶ βουίζουν οἱ μέλισσες μὲς στὰ κλωνάρια
καὶ κουδουνίζουνε στ᾿ αὐτιὰ ἑνὸς βρέφους
καὶ ὁ ἥλιος νά! καὶ τὰ πουλιὰ τοῦ παραδείσου
ἕνας μεγάλος ἥλιος πιὸ μεγάλος ἀπ᾿ τὸ φῶς.

Γιῶργος Σεφέρης-Ἄρνηση

Στὸ περιγιάλι τὸ κρυφὸ
κι ἄσπρο σὰν περιστέρι
διψάσαμε τὸ μεσημέρι
μὰ τὸ νερὸ γλυφό.
Πάνω στὴν ἄμμο τὴν ξανθὴ
γράψαμε τ᾿ ὄνομά της
ὡραῖα ποὺ φύσηξεν ὁ μπάτης
καὶ σβήστηκε ἡ γραφή.
Μὲ τί καρδιά, μὲ τί πνοή,
τί πόθους καὶ τί πάθος
πήραμε τὴ ζωή μας· λάθος!
κι ἀλλάξαμε ζωή.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ (1900 - 1971)

 

Ο Γιώργος Σεφέρης (φιλολογικό όνομα του Γεωργίου Σεφεριάδη) γεννήθηκε το 1900 στη Σμύρνη, στη μικρασιατική, ελληνική πέρα ως πέρα μεγαλούπολη. Οι Σεφεριάδηδες έφυγαν το 1914 για την Αθήνα, όπου ο ποιητής τελείωσε το γυμνάσιο και εξακολούθησε τις νομικές του σπουδές στο Παρίσι (1918-24). Τα γόνιμα χρόνια λοιπόν, από τα 18 ως τα 25 του, τα ζει σε άμεση επαφή με τα πνευματικά και ποιητικά
ρεύματα που αλλάζουν την υφή της λογοτεχνίας στα χρόνια αμέσως μετά τον Α' Παγκόσμιο πόλεμο. Εκεί τον φτάνει και ο αντίχτυπος της Μικρασιατικής καταστροφής ( και της καταστροφής της Σμύρνης, της γενέθλιας πόλης του), και η μνήμη αυτή θα μείνει έμμονα ριζωμένη μέσα του. Ακολουθάει το διπλωματικό στάδιο και εργάζεται σαν Ακόλουθος της Ελληνικής Κυβέρνησης, Πρόξενος, Πρέσβης, Σύμβουλος πρεσβειών, Διευθυντής Τύπου, κ.λ.π. Το1963 Τιμήθηκε με το βραβείο NOBEL Λογοτεχνίας Ανακηρύσσεται επίτιμος διδάκτωρ Πανεπιστημίων του εξωτερικού. Το 1969 κυκλοφορεί στην Ελλάδα και στο Εξωτερικό η "διακήρυξή " του εναντίον της δικτατορίας. Ο Σεφέρης δεν είναι εύκολος ποιητής αλλά δεν είναι σκοτεινός. Η γλώσσα που μιλά είναι δύσκολη , στη γλώσσα όμως αυτή η φωνή του είναι καθαρή και απερίφραστη. Εχεις την εντύπωση πως πέτυχε την καίρια έκφραση, που δεν μπορεί να ειπωθεί αλλιώς. Αυτό είναι το πιο αξιοαγάπητο στην ποίησή του, η απλότητα που φτάνει στη θερμότητα μιας εξομολόγησης. Η ποίηση του Σεφέρη δεν είναι βέβαια χαρούμενη. Είναι απαισιόδοξη και μελαγχολική. Εχει τη θλίψη του ανθρώπου που συλλογίζεται πολύ πάνω στα ανθρώπινα, κι ακόμα του Ελληνα με το κατακάθι της πίκρας από τη σκλαβιά και τις εθνικές περιπέτειες. Ωστόσο η διάθεση αυτή δεν οδηγεί στην άρνηση ή στην καταστροφή. Από την άλλη πλευρά του σκοταδιού είναι το φως, μαύρο και αγγελικό, " από το μέρος του ήλιου" στο κάστρο της Ασίνης θα ανεβεί στο τέλος "ασπιδοφόρος ο ήλιος πολεμώντας". Κάτω από την άρνηση υπάρχει μια πίστη που προστατεύει από την απελπισία, και μια στιβαρή αίσθηση των πραγμάτων που προφυλάσσει από τη διάλυση και το μηδενισμό. Πέθανε το Σεπτέμβριο του 1971

ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ


Ο Οδυσσέας Ελύτης (λογοτεχνικό ψευδώνυμο του Οδυσσέα Αλεπουδέλη) γεννήθηκε στο Ηράκλειο της Κρήτης, γιος του εργοστασιάρχη σαπωνοποιίας και πυρηνελαιουργίας Παναγιώτη Θ. Αλεπουδέλη και της Μαρίας το γένος Βρανά, που κατάγονταν από τη Μυτιλήνη. Είχε τέσσερις αδερφούς και μια αδερφή τη Μυρσίνη, που πέθανε σε ηλικία είκοσι χρόνων το 1918. Το 1914 το εργοστάσιο μεταφέρθηκε στον Πειραιά και η οικογένεια Αλεπουδέλη εγκαταστάθηκε στην Αθήνα. Λόγω της πολιτικής τοποθέτησής του υπέρ του Βενιζέλου, ο Παναγιώτης Αλεπουδέλης φυλακίστηκε και η οικογένειά του διώχτηκε (1920).
Ο Οδυσσέας φοίτησε στο ιδιωτικό λύκειο Δ.Ν.Μακρή (1917-1924) με δασκάλους μεταξύ άλλων τους Ι.Μ.Παναγιωτόπουλο, Ι.Θ. Κακριδή και Γιάννη Αποστολάκη. Σε παιδική και νεανική ηλικία ταξίδεψε στην Ελλάδα (κυρίως στα νησιά του Αιγαίου) και την Ευρώπη. Το 1924 γράφτηκε στο Γ΄ Γυμνάσιο Αρρένων στην Αθήνα (από όπου αποφοίτησε το 1928) και άρχισε να γράφει στη Διάπλαση των Παίδων. Το καλοκαίρι του επόμενου χρόνου πέθανε ο πατέρας του από πνευμονία. Από το 1927 ξεκίνησε το εντεινόμενο ενδιαφέρον του για τη λογοτεχνία.
Το 1929 θεωρείται ως ορόσημο στη ζωή του Ελύτη. Τότε ήρθε σε επαφή με τον Υπερρεαλισμό, μέσω της ποίησης του Λόρκα και του Ελυάρ και έγραψε τα πρώτα του ποιήματα. Τον επόμενο χρόνο γράφτηκε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Το 1933 έγινε μέλος της Ιδεοκρατικής Φιλοσοφικής Ομάδας του Πανεπιστημίου, μαζί με τους Κωνσταντίνο Τσάτσο, Π.Κανελλόπουλο, Θεόδωρο Συκουτρή και άλλους. Το 1935 ταξίδεψε στη Μυτιλήνη μαζί με τον Ανδρέα Εμπειρίκο, όπου γνώρισε τη ζωγραφική του Θεόφιλου. Γνωρίστηκε επίσης με τους Κ.Γ.Κατσίμπαλη, Γιώργο Σεφέρη, Γιώργο Θεοτοκά και Α.Καραντώνη, ιδρυτές των Νέων Γραμμάτων, όπου πρωτοδημοσίευσε ποιήματα με το ψευδώνυμο Ελύτης. Το 1936 γνωρίστηκε με τον μετέπειτα στενό φίλο του Νίκο Γκάτσο και στο τέλος του χρόνου κατατάχτηκε στο στρατό, στη σχολή εφέδρων αξιωματικών της Κέρκυρας. Στα τέλη του 1937 μετατέθηκε στην Αθήνα και απολύθηκε το 1938. Το 1940 κατατάχθηκε στη Βόρειο Ήπειρο. Ένα χρόνο αργότερα κινδύνεψε να πεθάνει από κοιλιακό τύφο και γύρισε στην Αθήνα. Το 1945 διορίστηκε διευθυντής προγράμματος της νεοσύστατης τότε Ελληνικής Ραδιοφωνίας με εισήγηση του Γιώργου Σεφέρη (παραιτήθηκε ένα χρόνο αργότερα) και συνεργάστηκε με τα περιοδικά Νέα Γράμματα και Αγγλοελληνική Επιθεώρηση. Από το 1948 ως το 1951 εγκαταστάθηκε στο Παρίσι, από όπου ταξίδεψε στην Ισπανία, την Ιταλία και την Αγγλία. Στο Λονδίνο γνωρίστηκε με το Mario Vitti και τον Pablo Picasso. Μετά την επιστροφή του στην Αθήνα έγινε μέλος της Ομάδας των Δώδεκα (1952-1953), έγινε μέλος του Δ.Σ. του Θεάτρου Τέχνης(1953), του Ελληνικού Χοροδράματος (1955) και επαναδιορίστηκε στην Ελληνική Ραδιοφωνία (από το 1953 ως τη νέα παραίτησή του το 1954). Συνεργάστηκε με το Εθνικό Θέατρο και το Θέατρο Τέχνης ως μεταφραστής. Το 1960 πέθαναν η μητέρα του και ο αδελφός του Κωνσταντίνος. Από το 1961 ταξίδεψε στην Αμερική, τη Σοβιετική Ένωση, τη Βουλγαρία. Το 1965 χρονολογείται και η έναρξη της ενασχόλησής του με τη ζωγραφική και το κολάζ. Μετά το πραξικόπημα του 1967 κατέφυγε στο Παρίσι (1969) και το 1970 ταξίδεψε για τέσσερις μήνες στην Κύπρο (στην Κύπρο ξαναπήγε το 1973). Το 1974 έγινε πρόεδρος του Δ.Σ. της Ελληνικής Ραδιοφωνίας Τηλεόρασης. Πέθανε το Μάρτη του 1996 στην τελευταία του κατοικία στην οδό Σκουφά.
Η πρώτη επίσημη εμφάνιση του Οδυσσέα Ελύτη στο χώρο της λογοτεχνίας πραγματοποιήθηκε το 1939 με την έκδοση της πρώτης ποιητικής συλλογής του με τίτλο Προσανατολισμοί. Το 1942 δημοσίευσε το δοκίμιο Η αληθινή φυσιογνωμία και η λυρική τόλμη του Ανδρέα Κάλβου και το 1943 εκδόθηκε η ποιητική συλλογή του Ήλιος ο Πρώτος. Ακολούθησαν μεταξύ άλλων το Άξιον Εστί (1959), οι Έξι και μια τύψεις για τον ουρανό (1960), το Μονόγραμμα (στις Βρυξέλλες), το Φωτόδεντρο και η δέκατη τέταρτη ομορφιά και ο Ήλιος ο Ηλιάτορας (1971), η Σαπφώ και ο Μικρός Ναυτίλος (1984), τα Ελεγεία της Οξώπετρας (1991), και οι τελευταίες του συλλογές Δυτικά της λύπης και Ο κήπος με τις αυταπάτες (1995).
Ο Οδυσσέας Ελύτης τιμήθηκε με το Πρώτο Κρατικό Βραβείο Ποίησης (1960) , το Παράσημο Ταξίαρχου του Φοίνικος (1965), με το βραβείο Νόμπελ λογοτεχνίας (1979), με το Χρυσό Μετάλλιο Τιμής του Δήμου Αθηναίων (1982), με το βραβείο Μεσόγειος της Κοινότητας των Μεσογειακών Πανεπιστημίων (1988), με το Παράσημο του Ανώτατου Ταξίαρχου της Λεγεώνας της Τιμής στο Παρίσι (1989). Το 1972 αρνήθηκε βραβείο θεσπισμένο από τη δικτατορία και το 1977 αρνήθηκε την αναγόρευσή του ως Ακαδημαϊκού. Το 1987 αναγορεύτηκε επίτιμος διδάκτωρ των Πανεπιστημίων της Ρώμης και της Αθήνας. Εκτός από το ποιητικό του έργο στην Ελλάδα κυκλοφόρησαν ο τόμος κριτικών κειμένων του Ανοιχτά χαρτιά (1974), ποιητικές και θεατρικές μεταφράσεις του, δοκίμια και πεζογραφήματα. Εικαστικά έργα του παρουσιάστηκαν το 1980 σε έκθεση με κολάζ του και τίτλο Συνεικόνες στην Αθήνα, το 1988 στο Beaubourg της Γαλλίας και το 1992 στο Μουσείο μοντέρνας Τέχνης της Άνδρου.
Ο Οδυσσέας Ελύτης τοποθετείται από τους ιστορικούς της λογοτεχνίας στους κορυφαίους έλληνες ποιητές του αιώνα μας. Με την ποίησή του υπέταξε τα λεγόμενα ορθόδοξα σχήματα της λογοτεχνικής έκφρασης του υπερρεαλιστικού ρεύματος στην έκφραση της δια βίου πνευματικής αγωνίας του για τον ορισμό της νεοελληνικής ταυτότητας σε σχέση με τη Δύση. Έργα του μεταφράστηκαν σε πολλές ξένες γλώσσες

Ἡλικία τῆς γλαυκῆς θύμησης-Ὀδυσσέας Ἐλύτης

Ἐλαιῶνες κι ἀμπέλια μακριὰ ὡς τὴ θάλασσα
Κόκκινες ψαρόβαρκες μακριὰ ὡς τὴ θύμηση
Ἔλυτρα χρυσὰ τοῦ Αὐγούστου στὸν μεσημεριάτικο ὕπνο
Μὲ φύκια ἢ ὄστρακα. Κι ἐκεῖνο τὸ σκάφος
Φρεσκοβγαλμένο, πράσινο, ποὺ διαβάζεις ἀκόμη
στὴν εἰρήνη τὸν κόλπου τῶν νερῶν ἔχει ὁ Θεός.
Περάσανε τὰ χρόνια φύλλα ἢ βότσαλα
Θυμᾶμαι τὰ παιδόπουλα τοὺς ναῦτες ποὺ ἔφευγαν
Βάφοντας τὰ πανιὰ σὰν τὴν καρδιά τους
Τραγουδοῦσαν τὰ τέσσερα σημεῖα τοῦ ὁρίζοντα.
Κι εἶχαν ζωγραφιστοὺς βοριάδες μὲς στὰ στήθια.
Τί γύρευα ὅταν ἔφτασες βαμμένη ἀπ᾿ τὴν ἀνατολὴ τὸν ἥλιου
Μὲ τὴν ἡλικία τῆς θάλασσας στὰ μάτια
Καὶ μὲ τὴν ὑγεία τὸν ἥλιου στὸ κορμὶ - τί γύρευα
Βαθιὰ στὶς θαλασσοσπηλιὲς μὲς στὰ εὐρύχωρα ὄνειρα
Ὅπου ἄφριζε τὰ αἰσθήματά του ὁ ἄνεμος;
Ἄγνωστος καὶ γλαυκὸς χαράζοντας στὰ στήθια μου
τὸ πελαγίσιο του ἔμβλημα.
Μὲ τὴν ἄμμο στὰ δάχτυλα ἔκλεινα τὰ δάχτυλα
Μὲ τὴν ἄμμο στὰ μάτια ἔσφιγγα τὰ δάχτυλα
Ἦταν ἡ ὀδύνη
Θυμᾶμαι ἦταν Ἀπρίλης ὅταν ἔνιωθα πρώτη
φορᾶ τὸ ἀνθρώπινο βάρος σου.
Τὸ ἀνθρώπινο σῶμα σου πηλὸ κι ἁμαρτία
Ὅπως τὴν πρώτη μέρα μας στὴ γῆ.
Γιόρταζαν οἱ ἀμαρυλλίδες - Μὰ θυμᾶμαι πόνεσες
Ἤτανε μία βαθιὰ δαγκωματιὰ στὰ χείλια
Μία βαθιὰ νυχιὰ στὸ δέρμα κατὰ κεῖ ποὺ
χαράζεται παντοτινὰ ὁ χρόνος.
Σ᾿ ἄφησα τότες
Καὶ μία βουερὴ πνοὴ σήκωσε τ᾿ ἄσπρα σπίτια
Τ᾿ ἄσπρα αἰσθήματα φρεσκοπλυμένα ἐπάνω
Στὸν οὐρανὸ ποὺ φώτιζε μ᾿ ἕνα μειδίαμα.
Τώρα θά ῾χω σιμά μου ἕνα λαγήνι ἀθάνατο νερό
Θά ῾χω ἕνα σχῆμα λευτεριᾶς ἀνέμου ποὺ κλονίζει
Κι ἐκεῖνα τὰ χέρια σου ὅπου θὰ τυραννιέται ὁ ἔρωτας
Κι ἐκεῖνο τὸ κοχύλι σου ὅπου θ᾿ ἀντηχεῖ τὸ Αἰγαῖο.

ΦΕΝΤΕΡΙΚΟ ΓΚΑΡΘΙΑ ΛΟΡΚΑ

 

ΛΟΡΚΑ ΦΕΝΤΕΡΙΚΟ ΓΚΑΡΘΙΑΟ Φρεντερίκο Γκαρθία Λόρκα γεννήθηκε στις 5 Ιουνίου του 1898. Ο πατέρας του ήταν πλούσιος κτηματίας και η μητέρα του δασκάλα. Από τους πρώτους μήνες της ζωής του υπέστη την ταλαιπωρία σοβαρής ασθένειας, η οποία μάλιστα θα του αφήσει και μια μικρή χωλότητα. Τα παιδικά του χρόνια τα περνάει στον τόπο που γεννήθηκε: στο Φουέντε Βακέρος της Γρανάδας. Ο Λόρκα θα φοιτήσει στο Πανεπιστήμιο της Γρανάδας όπου θα σπουδάσει Φιλοσοφία και Δίκαιο, ενώ παράλληλα παίρνει μαθήματα κιθάρας και πιάνου με δάσκαλο τον Μανουέλ ντε Φάλλια. Το 1918 εγκαθίσταται στη Μαδρίτη. Μένει στη Φοιτητική Εστία και εκεί έχει την ευκαιρία να γνωριστεί με τους Λουίς Μπουνιουέλ, Σαλβαδόρ Νταλί, Μιγέλ Ουναμούνο και άλλους. Το 1920 ανεβαίνει στη Μαδρίτη το έργο του "Τα μάγια της πεταλούδας". Την ίδια χρονιά γράφεται στη Φιλοσοφική Σχολή και την επομένη κυκλοφορεί στη Μαδρίτη η πρώτη του ποιητική συλλογή με τίτλο "Βιβλίο ποιημάτων", ενώ παράλληλα γράφει το "Ποίημα του Κάντε Χόντο". Το 1922 δίνει διάλεξη για το κάντε χόντο (λαϊκό ανδαλουσιάνικο τραγούδι) και οργανώνει μαζί με τον ντε Φάλλια τη "Γιορτή του Κάντε Χόντο". Σε συνεργασία πάλι με τον ντε Φάλλια θα οργανώσει παραστάσεις του "Ανδαλουσιάνικου Κουκλοθέατρου Κατσιπόρα". Το 1925 ο θίασος της Μαργαρίτας Σίργκου ανεβάζει στη Βαρκελώνη το έργο "Μαριάνα Πινέδα" με σκηνικά του Σαλβαδόρ Νταλί. Το 1928 εκδίδει μαζί με φίλους του από τη Γρανάδα το περιοδικό "El Gallo" ("O πετεινός"), όπου και δημοσιεύονται τα μονόπρακτα του "Η παρθένος, ο ναύτης και ο σπουδαστής" και "Ο περίπατος του Μπάστερ Κήτον". Την ίδια χρονιά εκδίδει το πρώτο μέρος του "Ρομανθέρο Χιτάνο" με ποιήματα της περιόδου 1924-1927. Μετά τα ταξίδια του στην Νέα Υόρκη και την Κούβα ο Λόρκα επιστρέφει το 1930 στη Μαδρίτη, όπου ανεβαίνει στο θέατρο Εσπανιόλ το έργο του "Η θαυμαστή μπαλωματού". Μετά την ανακήρυξη της Δημοκρατίας στην Ισπανία, ο Λόρκα εκδίδει το "Ποίημα του Κάντε Χόντο" και το 1932 ιδρύει και διευθύνει, μαζί με τον Εντουάρντο Ουγκάρτε, τον πανεπιστημιακό θίασο "Λα Μπαράκα" ("Η Παράγκα"), ο οποίος περιοδεύει στην ισπανική επαρχία παρουσιάζοντας έργα του κλασικού ισπανικού θεάτρου. Το 1933 ανεβαίνουν στη Μαδρίτη τα έργα "Ματωμένος γάμος" και "Δον Περλιμπλίν", ενώ την επόμενη χρονιά ανεβαίνει στο Τεάτρο Εσπανιόλ η "Γέρμα" με τη Μαργκαρίτα Σίργου. Το θέατρο "Λα Μπαράκα" δίνει παραστάσεις στη Νότια Αμερική, και ο Λόρκα γράφει το "Θρήνο για τον Ιγνάθιο Σάντσεθ Μεχίας". Τον επόμενο χρόνο θα παιχτούν τα έργα του "Η παραστασούλα του Δον Κριστόμπαλ" και "Δόνια Ροζίτα η ανύπαντρη". Το 1936 ο Λόρκα διαβάζει στη Μαδρίτη τη διακήρυξη των ισπανών συγγραφέων κατά του φασισμού, στη διάρκεια τιμητικής εκδήλωσης για τον ποιητή Ραφαέλ Αλμπέρτι και στις 16 Ιουλίου αναχωρεί για τη Γρανάδα. Την επομένη μέρα ξεσπά το πραξικόπημα του Φράνκο και τρεις μέρες αργότερα οι φαλαγγίτες καταλαμβάνουν τη Γρανάδα. Στις 3 Αυγούστου ο κουνιάδος του Λόρκα Μοντεσίνος, σοσιαλιστής δήμαρχος της Γρανάδας, συλλαμβάνεται και εκτελείται. Ο Λόρκα καταφεύγει στο σπίτι ενός φίλου του, του ποιητή Λουίς Ρ

Νίκος Καζαντζάκης

Ο Νίκος Καζαντζάκης γεννήθηκε στο Ηράκλειο το 1883. Μεγαλώνει σε ένα περιβάλλον επαναστατικό, εθνεγερτικό, σε μια Κρήτη που διψάει για Ελευθερία και για Ελλάδα. Καιροί ταραγμένοι. Η οικογένεια του τον στέλνει για ασφάλεια στη Νάξο, όπου γράφεται σε καθολικό σχολείο που ενσταλάζει μέσα του την αγάπη για το διάβασμα, τις κλασσικές σπουδές, τις γλώσσες. Το 1906 γράφεται στη νομική σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Έχει ήδη ξεκινήσει να γράφει, τελειώνει τις σπουδές του μόνο για χάρη του πατέρα του. Χάρη στη πατρική χρηματοδότηση και στήριξη ξεκινάει ταξίδια - προσκυνήματα σε όλη την Ελλάδα. Φεύγει για μεταπτυχιακές σπουδές στο Παρίσι και εκπονεί διδακτορική διατριβή για τον Νίτσε που τον περιλαμβάνει στους μεγάλους του "δασκάλους".
Επιστρέφει στην Ελλάδα και για την μεγάλη αγάπη του τα ταξίδια, γίνεται ανταποκριτής - δημοσιογράφος των Αθηναϊκών εφημερίδων Καθημερινή και και ελεύθερος λόγος. Για να έχει την οικονομική άνεση να ταξιδεύει γράφει άρθρα για εγκυκλοπαίδειες, παιδικά βιβλία με την πρώτη του γυναίκα την Γαλάτεια, μεταφράζει βιβλία από τα γαλλικά.
Στα δεκάχρονα της Σοβιετικής ένωσης είναι επίσημος προσκεκλημένος με δεκάδες διανοούμενους από όλο το κόσμο. Επηρεάζεται από τις σοσιαλιστικές ιδέες και το κομμουνιστικό όραμα. Ταξιδεύει στη Ρωσία απ'άκρη σ'άκρη. Ξεκινάει να γράφει την Οδύσσεια του, το μεγαλύτερο σύγχρονο έπος, σε 33333 στίχους. Ανάμεσα στα πολλά ταξίδια του απομονώνεται συχνά για να αφοσιωθεί στη μελέτη και στο γράψιμο. Πρώτα στο μοναδικό σπίτι του στην Αίγινα που περνάει και τα δύσκολα χρόνια της κατοχής και μετά σε διάφορα μέρη στο εξωτερικό (Τσεχοσλοβακία, Γερμανία, Γαλλία).

Ο Καζαντζάκης είναι πολυγραφότατος, αληθινός ακούραστος εργάτης της γραφής. 'Έγινε γνωστός στον πολύ κόσμο με τα μυθιστορήματα του, που είναι καρπός της ώριμης συγγραφικής του δημιουργίας αλλά έχει ασχοληθεί με όλα τα είδη. Η ίδια η ζωή του είναι ένα μυθιστόρημα, μια διαρκής φιλοσοφική αναζήτηση, ένα υπαρξιακό ταξίδι. Τι να πρωτογράψει κανείς για έναν άνθρωπο που ως δημοσιογράφος έχει γράψει ανταποκρίσεις από όλο το κόσμο, έχει πάρει συνεντεύξεις από τον Μουσολίνι, τον Φράνκο, τον Ριβέρα, τον Ουναμούνο, είδε άρθρα του να δημοσιεύονται στην μπολσεβίκικη Πράβντα. Που ως ποιητής έχει γράψει το μεγαλύτερο σύγχρονο έπος, την Οδύσσεια του σε 33333 στίχους και μάλιστα 8 γραφές μέχρι την τελική μορφή. Που ως δημόσιος λειτουργός προσπάθησε για τον επαναπατρισμό 150000 Ελλήνων του Καυκάσου στα ταραγμένα χρόνια της Οκτωβριανής επανάστασης. Που ως μεταφραστής μετέφρασε από τον Όμηρο μέχρι τον Πιραντέλο. Τη Θεία κωμωδία του Δάντη σε ελληνικούς στίχους σε 45 μέρες. Που ως φιλόσοφος είδε την Ασκητική του να παίρνει επάξια μια θέση ανάμεσα στα έργα των μεγάλων διανοητών. Που ως μυθιστοριογράφος είδε τα έργα του να μεταφράζονται σε πάνω από πενήντα γλώσσες και ευτύχισε να γίνουν ταινίες με παγκόσμια επιτυχία και αναταραχή. Από τον Ζορμπά του Κακογιάννη μέχρι τον Τελευταίο Πειρασμό του Σκορτσέζε (εγώ πάντως περιμένω τον Καπετάν Μιχάλη να γίνει ταινία αντάξια του βιβλίου).
Πως μπορεί να χαρακτηρίσει κανείς έναν άνθρωπο που έχει κατηγορηθεί ως αναρχικός, κομμουνιστής, εθνικιστής, φασίστας, άθεος, θρησκόληπτος, σωβινιστής, μισογύνης, μηδενιστής.
Που στην ψηφοφορία για την είσοδο του στην Ακαδημία Αθηνών δεν έγινε μέλος για δύο ξεφτιλισμένες ψήφους. Που αφορίστηκε, συκοφαντήθηκε, λατρεύτηκε, δεν πήρε το Νόμπελ γιατί δεν υποστηρίχτηκε από την επίσημη Ελλάδα και είναι σαφώς ο πιο πολυδιαβασμένος Έλληνας συγγραφέας παγκόσμια και αυτός που έχει κάνει πιο πολύ από οποιονδήποτε άλλο γνωστή την Ελλάδα στο Εξωτερικό. Πως μπορείς να χαρακτηρίσεις έναν τέτοιο άνθρωπο; Μόνο με δύο λέξεις, ήταν ένα Ελεύθερο Πνεύμα. Πέθανε το 1957 σε ηλικία 74 ετών, μετά από επιπλοκές που παρουσίασε ένας προληπτικός εμβολιασμός στο τελευταίο του ταξίδι στην άπω ανατολή. Ο ήδη εξασθενημένος οργανισμός του δεν άντεξε.

Έργα του
Οδύσσεια
Ασκητική
Όφις και κρίνο
Ταξιδεύοντας
Τι είδα στη Ρουσία
Βίος και Πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά
Ο Καπετάν Μιχάλης
Ο Χριστός Ξανασταυρώνεται
Ο Τελευταίος Πειρασμός
Ο φτωχούλης του Θεού
Βραχόκηπος
Τόντα Ράμπα
Τερτσίνες
Αναφορά στον Γκρέκο
Οι αδερφοφάδες
Ταξιδεύοντας
Ισπανία
Ιαπωνία - Κίνα
Αγγλία
Προμηθέας
Κούρος
Οδυσσέας
Μέλισσα
Χριστός
Ιουλιανός ο Παραβάτης
Νικηφόρος Φωκάς
Κωνσταντίνος ο Παλαιολόγος
Καποδίστριας
Χριστόφορος Κολόμβος
Σόδομα και Γόμορα
Βούδας

ΝΤΟΣΤΟΓΙΕΦΣΚΙ ΦΙΟΝΤΟΡ

ΝΤΟΣΤΟΓΙΕΦΣΚΙ ΦΙΟΝΤΟΡ Κορυφαία μορφή της παγκόσμιας λογοτεχνίας, ρωσικής καταγωγής. Γεννήθηκε το 1821 στη Μόσχα. Σπούδασε στη Στρατιωτική Σχολή Μηχανικών της Πετρούπολης. Υπηρέτησε στο στρατό γιά ένα μικρό χρονικό διάστημα αλλά τον εγκατέλειψε γρήγορα γιά να αφοσιωθεί στη λογοτεχνία. Μελέτησε την κοινωνία και τον κόσμο όχι θεωρητικά αλλά στην πράξη. Θέμα των έργων του, η ίδια η ζωή. Είδε από κοντά τις υποβαθμισμένες συνοικίες, γνώρισε τη φτώχεια, τον πόνο, την εξαθλίωση των ταπεινών ανθρώπων και στη συνέχεια μετέφερε τις εικόνες αυτές στα μυθιστορήματα του. Ασχολήθηκε με τον άνθρωπο και την κοινωνία και υπήρξε αγωνιστής και επαναστάτης. Εναντιώθηκε στην πολιτική του Τσάρου Νικολάου του Α΄. Αυτή του η στάση είχε αποτέλεσμα να κατηγορηθεί γιά συνωμοσία και να καταδικαστεί σε τετραετή φυλάκιση. Τα χρόνια του εγκλεισμού του στις φυλακές του Όμσκ υπέφερε τρομερά βασανιστήρια και εξευτελισμούς. Το 1859 επέστρεψε στην Πετρούπολη και εξέδωσε μαζί με τον αδελφό του δύο περιοδικά τα οποία ,όμως, δεν σημείωσαν επιτυχία με αποτέλεσμα ο Ντοστογιέφσκι να βρεθεί καταχρεωμένος. Ο μόνος τρόπος γιά να συγκεντρώσει χρήματα και να ξεπληρώσει τα χρέη του ήταν η συγγραφή. Άρχισε λοιπόν να γράφει συνέχεια και ακούραστα με αποτέλεσμα να καταφέρει να ζήσει τα τελευταία χρόνια της ζωής του σχετικά άνετα. Σ? αυτό το διάστημα έγραψε τα καλύτερα του έργα: Ο παίκτης, Οι αδερφοί Καραμαζώφ, Έγκλημα και Τιμωρία, Ο Ηλίθιος, Οι δαιμονισμένοι. Όταν κατάφερε πλέον να ανασάνει από το βάρος των χρεών ανέλαβε τη διεύθυνση του περιοδικού Πολίτης και λίγα χρόνια αργότερα εξέδωσε το δικό του περιοδικό, Το Ημερολόγιο ενός συγγραφέα, που σε αντίθεση με τις προηγούμενες εκδοτικές εμπειρίες σημείωσε τεράστια επιτυχία. Πέθανε το 1881 στην Πετρούπολη σε ηλικία 60 ετών. Άλλα έργα του είναι τα μυθιστορήματα: Ο φτωχόκοσμος, Λευκές νύχτες, Ταπεινωμένοι και καταφρονεμένοι, Αναμνήσεις από το σπίτι των πεθαμένων, Το υπόγειο. Υπήρξε μέλος της Ακαδημίας Επιστημών και η προσφορά του στην παγκόσμια λογοτεχνία είναι διεθνώς αναγνωρισμένη. Θεωρείται ως ο μεγαλύτερος μυθιστοριογράφος όλων των εποχών και τα έργα του έχουν μεταφραστεί σχεδόν σε όλες τις γλώσσες του κόσμου. Στην Ελλάδα το έργο του Ντοστογιέφσκι,όχι μόνο αγαπήθηκε και διαβάστηκε πολύ αλλά και επηρέασε αρκετούς έλληνες λογοτέχνες. Πολλά από τα έργα του έχουν διασκευαστεί και παιχτεί στο ελληνικό θέατρο.

Τα 100 σημαντικότερα λογοτεχνικά έργα όλων των εποχών (βιβλία)

100 βιβλία που διαμόρφωσαν τον κόσμο και τη σκέψη του, όπως την ξέρουμε σήμερα. Ξεκινώντας από την αρχαιότητα και φτάνοντας μέχρι τις ημέρες μας, σελίδες γεμάτες φαντασία, γοητεία, μαγεία… Ο κατάλογος διαμορφώθηκε από το Norwegian Book Clubs.
Μεταξύ άλλων προσέξτε τις 4 Ελληνικές συμμετοχές (με μπλε), η Αρχαία Ελληνική σκέψη συνεχίζει να κυριαρχεί, αναμενόμενο, αλλά και μία επιλογή έκπληξη από τη νέα Ελληνική γραμματεία (δεν θα ήταν η δική μου). Από εκεί και πέρα ο συγγραφέας με τα περισσότερα βιβλία στη λίστα είναι ο Dostoyevsky με 4 βιβλία, πως να μην είναι άλλωστε, αυτός ο γίγαντας της σκέψης. Σα σημαντικότερο βιβλίο όλων των εποχών ψηφίστηκε ο Δον Κιχώτης του Θερβάντες. Ξεκινήστε λοιπόν να διαβάζετε!
Chinua Achebe, Nigeria, (b. 1930), Things Fall Apart
Hans Christian Andersen, Denmark, (1805-1875), Fairy Tales and Stories
Jane Austen, England, (1775-1817), Pride and Prejudice
Honore de Balzac, France, (1799-1850), Old Goriot
Samuel Beckett, Ireland, (1906-1989), Trilogy: Molloy, Malone Dies, The Unnamable
Giovanni Boccaccio, Italy, (1313-1375), Decameron
Jorge Luis Borges, Argentina, (1899-1986), Collected Fictions
Emily Bronte, England, (1818-1848), Wuthering Heights
Albert Camus, France, (1913-1960), The Stranger
Paul Celan, Romania/France, (1920-1970), Poems.
Louis-Ferdinand Celine, France, (1894-1961), Journey to the End of the Night
Miguel de Cervantes Saavedra, Spain, (1547-1616), Don Quixote
Geoffrey Chaucer, England, (1340-1400), Canterbury Tales
Anton P Chekhov, Russia, (1860-1904), Selected Stories
Joseph Conrad, England,(1857-1924), Nostromo
Dante Alighieri, Italy, (1265-1321), The Divine Comedy
Charles Dickens, England, (1812-1870), Great Expectations
Denis Diderot, France, (1713-1784), Jacques the Fatalist and His Master
Alfred Doblin, Germany, (1878-1957), Berlin Alexanderplatz
Fyodor M Dostoyevsky, Russia, (1821-1881), Crime and Punishment; The Idiot; The Possessed; The Brothers Karamazov
George Eliot, England, (1819-1880), Middlemarch
Ralph Ellison, United States, (1914-1994), Invisible Man
Euripides, Greece, (c 480-406 BC), Medea

William Faulkner, United States, (1897-1962), Absalom, Absalom; The Sound and the Fury
Gustave Flaubert, France, (1821-1880), Madame Bovary; A Sentimental Education
Federico Garcia Lorca, Spain, (1898-1936), Gypsy Ballads
Gabriel Garcia Marquez. Colombia, (b. 1928), One Hundred Years of Solitude; Love in the Time of Cholera
Gilgamesh, Mesopotamia (c 1800 BC).
Johann Wolfgang von Goethe, Germany, (1749-1832), Faust
Nikolai Gogol, Russia, (1809-1852), Dead Souls
Gunter Grass, Germany, (b.1927), The Tin Drum
Joao Guimaraes Rosa, Brazil, (1880-1967), The Devil to Pay in the Backlands
Knut Hamsun, Norway, (1859-1952), Hunger.
Ernest Hemingway, United States, (1899-1961), The Old Man and the Sea
Homer, Greece, (c 700 BC), The Iliad and The Odyssey
Henrik Ibsen, Norway (1828-1906), A Doll’s House
The Book of Job, Israel. (600-400 BC).
James Joyce, Ireland, (1882-1941), Ulysses
Franz Kafka, Bohemia, (1883-1924), The Complete Stories; The Trial; The Castle Bohemia
Kalidasa, India, (c. 400), The Recognition of Sakuntala
Yasunari Kawabata, Japan, (1899-1972), The Sound of the Mountain
Nikos Kazantzakis, Greece, (1883-1957), Zorba the Greek
DH Lawrence, England, (1885-1930), Sons and Lovers
Halldor K Laxness, Iceland, (1902-1998), Independent People
Giacomo Leopardi, Italy, (1798-1837), Complete Poems
Doris Lessing, England, (b.1919), The Golden Notebook
Astrid Lindgren, Sweden, (1907-2002), Pippi Longstocking
Lu Xun, China, (1881-1936), Diary of a Madman and Other Stories
Mahabharata, India, (c 500 BC).
Naguib Mahfouz, Egypt, (b. 1911), Children of Gebelawi
Thomas Mann, Germany, (1875-1955), Buddenbrook; The Magic Mountain
Herman Melville, United States, (1819-1891), Moby Dick
Michel de Montaigne, France, (1533-1592), Essays.
Elsa Morante, Italy, (1918-1985), History
Toni Morrison, United States, (b. 1931), Beloved
Shikibu Murasaki, Japan, (N/A), The Tale of Genji Genji
Robert Musil, Austria, (1880-1942), The Man Without Qualities
Vladimir Nabokov, Russia/United States, (1899-1977), Lolita
Njaals Saga, Iceland, (c 1300).
George Orwell, England, (1903-1950), 1984
Ovid, Italy, (c 43 BC), Metamorphoses
Fernando Pessoa, Portugal, (1888-1935), The Book of Disquiet
Edgar Allan Poe, United States, (1809-1849), The Complete Tales
Marcel Proust, France, (1871-1922), Remembrance of Things Past
Francois Rabelais, France, (1495-1553), Gargantua and Pantagruel
Juan Rulfo, Mexico, (1918-1986), Pedro Paramo
Jalal ad-din Rumi, Afghanistan, (1207-1273), Mathnawi
Salman Rushdie, India/Britain, (b. 1947), Midnight’s Children
Sheikh Musharrif ud-din Sadi, Iran, (c 1200-1292), The Orchard
Tayeb Salih, Sudan, (b. 1929), Season of Migration to the North
Jose Saramago, Portugal, (b. 1922), Blindness
William Shakespeare, England, (1564-1616), Hamlet; King Lear; Othello
Sophocles, Greece, (496-406 BC), Oedipus the King
Stendhal, France, (1783-1842), The Red and the Black
Laurence Sterne, Ireland, (1713-1768), The Life and Opinions of Tristram Shandy
Italo Svevo, Italy, (1861-1928), Confessions of Zeno
Jonathan Swift, Ireland, (1667-1745), Gulliver’s Travels
Leo Tolstoy, Russia, (1828-1910), War and Peace; Anna Karenina; The Death of Ivan Ilyich and Other Stories
Thousand and One Nights, India/Iran/Iraq/Egypt, (700-1500).
Mark Twain, United States, (1835-1910), The Adventures of Huckleberry Finn
Valmiki, India, (c 300 BC), Ramayana
Virgil, Italy, (70-19 BC), The Aeneid
Walt Whitman, United States, (1819-1892), Leaves of Grass
Virginia Woolf, England, (1882-1941), Mrs. Dalloway; To the Lighthouse
Marguerite Yourcenar, France, (1903-1987), Memoirs of Hadrian

Οι 100 μεγαλύτεροι συγγραφείς όλων των εποχών

 Πάντα μ’ αρέσανε οι λίστες αυτού του τύπου: ίσως γιατί μας βάζουν να σκεφτούμε, να ψάξουμε και να διαβάσουμε περισσότερο. Η λίστα του “this recording” είναι άκρως υποκειμενική, προβάλοντας δυσανάλογα Αγγλόφωνους συγγραφείς, με σημαντικές ελλείψεις και μια υπερεκτιμημένη πρώτη θέση (ο Φώκνερ;;;). Παρόλα αυτά περιέχει ενδιαφέρουσες αναφορές των ανθρώπων που γεμίζουν το μυαλό μας. Ανάμεσά τους 3 Έλληνες: Όμηρος, Σοφοκλής, Ευριπίδης. Η λίστα έχει ως εξής:
100. Joseph Conrad
99. Honoré de Balzac
98. Czeslaw Milosz
97. George Bernard Shaw
96. Wallace Stevens
95. Rumi
94. W.G. Sebald
93. Robert Hayden
92. Henry Miller

91. Robert Heinlein
90. Lorine Niedecker
89. George Eliot
88. David Mamet
87. Derek Walcott
86. Isak Dinesen
85. Maryse Conde
84. Joyce Cary
83. Frank O’Hara
82. Gabriel Garcia Marquez
81. Ernest Hemingway
80. Carson McCullers
79. Flann O’Brien
78. Julio Cortazar
77. Saul Bellow
76. Jonathan Swift
75. Ezra Pound
74. Philip K. Dick
73. Percy Shelley
72. James Agee
71. Stanley Elkin
70. Walter Benjamin
69. Harold Pinter
68. John Berryman
67. James Baldwin
66. Tu Fu
65. Jorge Luis Borges
64. Malcolm Lowry
63. Willa Cather
62. Edgar Allan Poe
61. Henrik Ibsen
60. W.H. Auden
59. Thomas Pynchon
58. Emily Brontë/Charlotte Brontë
57. Flannery O’Connor
56. Leo Tolstoy
55. Tennessee Williams
54. Nathaniel Hawthorne
53. T.S. Eliot
52. Sophocles
51. Johann Wolfgang von Goethe
50. Toni Morrison
49. Charles Olson
48. John Steinbeck
47. Eugene O’Neill
46. Gustave Flaubert
45. Ivan Turgenev
44. Charles Baudelaire
43. Robert Lowell
42. Mark Twain
41. Robert Creeley
40. Iris Murdoch
39. Arthur Rimbaud
38. Mary Shelley
37. Virgil
36. Emily Dickinson
35. Walt Whitman
34. D.H. Lawrence
33. William Carlos Williams
32. Samuel Coleridge
31. Henry James
30. John Keats
29. William Wordsworth
28. Ovid
27. William Blake
26. Dr. Johnson
25. Lord Byron
24. George Orwell
23. Stendhal
22. Euripides
21. Miguel Cervantes
20. Laurence Sterne
19. Herman Melville
18. William Butler Yeats
17. Homer
16. Charles Dickens
15. John Ashbery
14. Virginia Woolf
13. Geoffrey Chaucer
12. Dante
11. Fyodor Doestoyevsky
10. Marcel Proust
9. Anton Chekhov
8. Vladimir Nabokov
7. Samuel Beckett
6. John Milton
5. Gertrude Stein
4. James Joyce
3. William Shakespeare
2. Franz Kafka
1. William Faulkn

Σταύρος Θεοδωράκης: «Οι άνθρωποί μου

Οι «Πρωταγωνιστές» του Σταύρου Θεοδωράκη έγιναν βιβλίο... Στις 310 σελίδες αυτού του βιβλίου ο Σταύρος Θεοδωράκης φιλοξενεί ανθρώπους γνωστούς αλλά και άγνωστους, της διπλανής πόρτας αλλά και απόμακρους. Αυτό το βιβλίο, όπως ο ίδιος λέει, θα μπορούσε να είχε έναν μεγαλύτερο τίτλο. «Εκατό ειδικοί συμβουλεύουν», ή «Οδηγίες επιβίωσης», γιατί θα πρέπει να το πάρουμε απόφαση: τα σκουπίδια τα ξέρει καλύτερα ο σκουπιδιάρης. Τον έρωτα, οι ποιητές και οι π.......ς. Τον θάνατο αυτοί που έχουν ανυπόφορα πονέσει. Τα ανθρώπινα δικαιώματα αυτοί που τα έχουν στερηθεί».
Η παρουσίαση έγινε στο Μέγαρο Μουσικής Θεσσαλονίκης, από τα Public σε συνεργασία με τις εκδόσεις «Ποταμός», και με την υποστήριξη του ΜΜΘ

ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ-ΕΛΕΝΗ

ΤΕΥΚΡΟΣ : ... ἐς γῆν ἐναλίαν Κύπρον, οὗ μ᾿ ἐθέσπισεν
οἰκεῖν Ἀπόλλων, ὄνομα νησιωτικὸν
Σαλαμίνα θέμενον τῆς ἐκεῖ χάριν πάτρας.
... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ...
ΕΛΕΝΗ : Οὐκ ἦλθον ἐς γῆν Τρωάδ᾿, ἀλλ᾿ εἴδωλον ἣν
... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ...
ΑΓΓΕΛΟΣ : Τί φῆς;
Νεφέλης ἀρ᾿ ἄλλως εἴχομεν πόνους πέρι;
«Τ᾿ ἀηδόνια δὲ σ᾿ ἀφήνουνε νὰ κοιμηθεῖς στὶς Πλάτρες.»
Ἀηδόνι ντροπαλό, μὲς στὸν ἀνασασμὸ τῶν φύλλων,
σὺ ποὺ δωρίζεις τὴ μουσικὴ δροσιὰ τοῦ δάσους
στὰ χωρισμένα σώματα καὶ στὶς ψυχὲς
αὐτῶν ποὺ ξέρουν πὼς δὲ θὰ γυρίσουν.
Τυφλὴ φωνὴ ποὺ ψηλαφεῖς μέσα στὴ νυχτωμένη μνήμη
βήματα καὶ χειρονομίες. Δὲ θὰ τολμοῦσα νὰ πῶ φιλήματα,
καὶ τὸ πικρὸ τρικύμισμα τῆς ξαγριεμένης σκλάβας.
«Τ᾿ ἀηδόνια δὲ σ᾿ ἀφήνουνε νὰ κοιμηθεῖς στὶς Πλάτρες».
Ποιὲς εἶναι οἱ Πλάτρες; Ποιὸς τὸ γνωρίζει τοῦτο τὸ νησί;
Ἔζησα τὴ ζωή μου ἀκούγοντας ὀνόματα πρωτάκουστα:
καινούργιους τόπους, καινούργιες τρέλες τῶν ἀνθρώπων
ἢ τῶν θεῶν.
Ἡ μοίρα μου ποὺ κυματίζει
ἀνάμεσα στὸ στερνὸ σπαθὶ ἑνὸς Αἴαντα
καὶ μίαν ἄλλη Σαλαμίνα
μ᾿ ἔφερε ἐδῶ σ᾿ αὐτὸ τὸ γυρογιάλι.
Τὸ φεγγάρι
βγῆκε ἀπ᾿ τὸ πέλαγο σὰν Ἀφροδίτη,
σκέπασε τὴν καρδιὰ τοῦ Σκορπιοῦ, κι ὅλα τ᾿ ἀλλάζει.
Ποῦ εἶν᾿ ἡ ἀλήθεια;
Ἤμουν κι ἐγὼ στὸν πόλεμο τοξότης.
τὸ ριζικό μου ἑνὸς ἀνθρώπου ποὺ ξαστόχησε.
Ἀηδόνι ποιητάρη,
σὰν καὶ μία τέτοια νύχτα στ᾿ ἀκροθαλλάσι τοῦ Πρωτέα
σ᾿ ἄκουσαν σκλάβες Σπαρτιάτισσες κι ἔσυραν τὸ θρῆνο,
κι ἀνάμεσό τους - ποιὸς θὰ τὄ᾿ λέγε; - ἡ Ἑλένη!
... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ...
Δακρυσμένο πουλί, στὴν Κύπρο τὴ θαλασσοφίλητη
ποὺ ἔταξαν γιὰ νὰ μοῦ θυμίζει τὴν πατρίδα,
ἄραξα μοναχὸς μ᾿ αὐτὸ τὸ παραμύθι,
ἂν εἶναι ἀλήθεια πὼς αὐτὸ εἶναι παραμύθι,
ἂν εἶναι ἀλήθεια πὼς οἱ ἄνθρωποι δὲ θὰ ξαναπιάσουν
τὸν παλιὸ δόλο τῶν θεῶν.
ἂν εἶναι ἀλήθεια
πὼς κάποιος ἄλλος Τεῦκρος, ὕστερα ἀπὸ χρόνια,
ἢ κάποιος Αἴαντας ἢ Πρίαμος ἢ Ἑκάβη
ἢ κάποιος ἄγνωστος, ἀνώνυμος, ποὺ ὡστόσο
εἶδε ἕνα Σκάμαντρο νὰ ξεχειλάει κουφάρια,
δὲν τὄχει μὲς στὴ μοίρα του ν᾿ ἀκούσει
μαντατοφόρους ποὺ ἔρχονται νὰ ποῦνε
πὼς τόσος πόνος τόση ζωὴ
πῆγαν στὴν ἄβυσσο
γιὰ ἕνα πουκάμισο ἀδειανὸ γιὰ μίαν Ἑλένη.
ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΚΑΤΑΣΤΡΩΜΑΤΟΣ, Γ'
Στὸν Κόσμο τῆς Κύπρου,
Μνήμη καὶ Ἀγάπη
....Κύπρον, οὗ μ' ἐθέσπισεν...

Ἀλέκος Παναγούλης-Ὑπόσχεση

(γραμμένη στὴν ἀπομόνωση στὸ Μπογιάτι,
τὸν Φλεβάρη τοῦ 1972. «Γράφτηκε
-σημειώνει ὁ ποιητὴς Ἀλέκος Παναγούλης-
ὄχι γιὰ νὰ δικαιολογήσει τὰ δάκρυα
ποὺ ὁ πόνος καὶ ἡ ὀργὴ ἀνέβαζαν στὰ μάτια,
μὰ γιὰ νὰ ἐπιβεβαιώσει μιὰ ἀπόφαση.
Ἁπλοϊκὰ γραμμένο ἴσως, μὰ εἶναι ἕνας ὅρκος»
Τὰ ποιήματα - ἐκδόσεις Παπαζήση)


.
Τὰ δάκρυα ποὺ στὰ μάτια μας
θὰ δεῖτε ν᾿ ἀναβρύζουν
ποτὲ μὴν τὰ πιστέψετε
ἀπελπισιᾶς σημάδια.

Ὑπόσχεση εἶναι μοναχὰ
γι᾿ Ἀγώνα ὑπόσχεση».

Ἀλέκος Παναγούλης-Στὴν Ἑλλάδα σήμερα

Σβησμένη φλόγα, ποὺ πάντα καίει
Σκέπασμα τάφου χωρὶς νεκρούς.
Μάτια κλαμένα ποὺ κοιτᾶνε
Σκέψεις κρυμμένες σὲ
Προσκαλοῦν.
Πίστη κι ἐλπίδα χαροπαλεύουν
Πνεῦμα κι ἀλήθεια στὶς φυλακές.
Ἅγιες προσπάθειες ναυαγισμένες
Φωνὲς ἀνθρώπων σὲ προσκαλοῦν.
Σπόρος ὀργῆς πέφτει στὸ χῶμα
Μήνυμα πάλης τρέφει φτερά
Σπίθα φεγγίζει μέσ᾿ στὸ σκοτάδι
Νέοι ἀγῶνες σὲ προσκαλοῦν.

Ἀλέκος Παναγούλης-Ἀγωνίες

Ἂν χτυπήσουν τὴν πόρτα, μὴν ἀνοίξεις.
Ὅσο καὶ νὰ χτυποῦν.
Πρέπει νὰ πιστέψουν πὼς τὸ σπίτι
εἶναι ἀδειανό.
Δὲν θὰ τὴ σπάσουν. Μὴ φοβᾶσαι.
Ἂν τὴ σπάσουν,
θὰ ξέρουμε πὼς μᾶς πρόδωσαν.
Οὔτε κ᾿ ἐγὼ τὸ πιστεύω.
Ναί, θὰ πυροβολήσω ἂν μποῦνε.
Ἐσὺ δοκίμασε νὰ φύγεις.
θὰ μπορέσεις.
Γιὰ μᾶς θἆναι. Τόση ὥρα
τριγυρίζουν τὸ σπίτι.
Κύταξε ἀπ᾿ τ᾿ ἄλλο παραθύρι.
Μὰ πρόσεχε.
Ναί, βλέπω. Χτυπᾶνε ἀπέναντι.
Μίλα σιγότερα.
Ἀκοῦς; Φασαρία; Τί νὰ γίνεται;
Κάποιον πιάσανε. Εἶναι γέρος.
Τὸν χτυπᾶνε τὰ σκυλιά.
Ἄτιμοι.
Πόσους θὰ πιάσετε; θὰ μείνουν
ὅσοι χρειάζονται καὶ περσότεροι.
θὰ μείνουν καὶ δὲν θὰ σταυρώσουν
τὰ χέρια.

Ἀλέκος Παναγούλης - Αὔριο Φῶς

Γέλια ζωῆς
Χαρὲς μακρυνές
Σκέψεις ἀγάπης
Στιγμὲς φωτεινές
Ἐλπίδες θρεμμένες
Πίστης δουλειά
Μνήμες κρυμμένες
Πόνου Φωτιά
Λεύτερη σκέψη
Δοῦλο κορμί
Θλιμμένη ὄψη
Χαρούμενη ὁρμὴ
Τέτοιο σημάδι
Ἀγώνα ἀδελφός
Τώρα σκοτάδι
Αὔριο φῶς

 

Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης (1851-1911) - Ὁ κοσμοκαλόγηρος τῆς λογοτεχνίας

Τὸ ἐπ᾿ ἐμοί, ἐνόσῳ ζῶ καὶ ἀναπνέω καὶ σοφρονῶ, δὲν θὰ παύσω πάντοτε, νὰ ὑμνῶ μετὰ λατρείας τὸν Χριστόν μου, νὰ περιγράφω μετ᾿ ἔρωτος τὴν φύσιν, καὶ νὰ ζωγραφῶ μετὰ στοργῆς τὰ γνήσια Ἑλληνικὰ ἔθη. ἐὰν ἐπιλάθωμαί σου, Ἱερουσαλήμ, ἐπιλησθείη ἡ δεξιά μου· κολληθείη ἡ γλῶσσά μου τῷ λάρυγγί μου, ἐὰν οὐ μή σου μνησθῶ, ἐὰν μὴ προανατάξωμαί σοι ὡς ἐν ἀρχῇ τῆς εὐφροσύνης μου. (Ἀ.Π., Λαμπριάτικος Ψάλτης)

Κώστας Καρυωτάκης-Ο Μιχαλιός

Το Μιχαλιό τον πήρανε στρατιώτη.
Καμαρωτά ξεκίνησε κι ωραία
με το Μαρή και με τον Παναγιώτη.
Δεν μπόρεσε να μάθει καν το «επ' ώμου».
Ολο εμουρμούριζε: «Κυρ Δεκανέα,
άσε με να γυρίσω στο χωριό μου».

Τον άλλο χρόνο, στο νοσοκομείο,
αμίλητος τον ουρανό κοιτούσε.
Εκάρφωνε πέρα, σ' ένα σημείο,
το βλέμμα του νοσταλγικό και πράο,
σα να 'λέγε, σα να παρακαλούσε:
«Αφήστε με στο σπίτι μου να πάω».

Κι ο Μιχαλιός επέθανε στρατιώτης.
Τον ξεπροβόδισαν κάτι φαντάροι,
μαζί τους ο Μαρής κι ο Παναγιώτης.
Απάνω του σκεπάστηκεν ο λάκκος,
μα του άφησαν απέξω το ποδάρι:
Ηταν λίγο μακρύς ο φουκαράκος...

Κώστας Καρυωτάκης-Πρέβεζα

Θάνατος είναι οι κάργες που χτυπιούνται, στους μαύρους τοίχους και στα κεραμίδια.
θάνατος οι γυναίκες που αγαπιούνται , καθώς να καθαρίζουνε κρεμμύδια.
Βάσις, Φρουρά, Εξηκονταρχία Πρεβέζης. Την Κυριακή θ’ ακούσουμε τη μπάντα.
Επήρα ένα βιβλιάριο Τραπέζης, πρώτη κατάθεσις δραχμαί τριάντα.
Θάνατος οι λεροί και ασήμαντοι δρόμοι, με τα λαμπρά μεγάλα ονόματά τους,
Ο ελαιώνας, γύρω η θάλασσα, κι ακόμη, ο ήλιος, θάνατος μες τους θανάτους.
Θάνατος ο αστυνόμος που διπλώνει, για να ζυγίσει , μια «ελλιπή» μερίδα,
θάνατος τα ζουμπούλια στο μπαλκόνι, κι’ ο δάσκαλος με την εφημερίδα.
Βάσις, Φρουρά, Εξηκονταρχία Πρεβέζης. Την Κυριακή θ’ ακούσουμε τη μπάντα.
Επήρα ένα βιβλιάριο Τραπέζης, πρώτη κατάθεσις δραχμαί τριάντα.
Περπατώντας αργά στην προκυμαία, «υπάρχω;» λές, κι ύστερα «δεν υπάρχεις!».
Φτάνει το πλοίο. Υψωμένη σημαία. Ισως έρχεται ο κύριος Νομάρχης.
Αν τουλάχιστον, μέσα στους ανθρώπους αυτούς, ένας πέθαινε από αηδία…
Σιωπηλοί , θλιμμένοι, με σεμνούς τρόπους, θα διασκεδάζαμε όλοι στην κηδε

Κώστας Καρυωτάκης-ΕΜΒΑΤΗΡΙΟ ΠΕΝΘΙΜΟ ΚΑΙ ΚΑΤΑΚΟΡΥΦΟ

Στο ταβάνι βλέπω τους γύψους.
Μαίανδροι στο χορό τους με τραβάνε.
Η ευτυχία μου, σκέπτομαι, θα 'ναι
ζήτημα ύψους.

Σύμβολα ζωής υπερτέρας,
ρόδα αναλλοίωτα, μετουσιωμένα,
λευκές άκανθες ολόγυρα σ' ένα
Αμάλθειο κέρας.

(Ταπεινή τέχνη χωρίς ύφος,
πόσο αργά δέχομαι το δίδαγμα σου!)

Όνειρο ανάγλυφο, θα 'ρθω κοντά σου
κατακορύφως.

Οι ορίχοντες θα μ' έχουν πνίξει.
Σ' όλα τα κλίματα, σ' όλα τα πλάτη,
αγώνες για το ψωμί και το αλάτι,
έρωτες, πλήξη.

Α! πρέπει τώρα να φορέσω
τ' ωραίο εκείνο γύψινο στεφάνι.
Έτσι, με πλαίσιο γύρω το ταβάνι,
πολύ θ' αρέσω.

Μαρία Πολυδούρη


ΤΟΥ ΚΑΡΥΩΤΑΚΗ

«Οἱ νέοι ποὺ φτάσανε μαζὶ στὸ ἔρμο νησί» μὲ σένα
κάποια βραδιὰ μετρήθηκαν κ᾿ ηὖραν ἐσὺ νὰ λείπης.
Τὰ μάτια τους κοιτάχτηκαν τότε, χωρὶς κανένα
ρώτημα, μόνο ἐκίνησαν τὶς κεφαλὲς τῆς λύπης.
Νύχτες πολλές, θυμήθηκαν, ἀπὸ τὴ μόνωσή σου
ἕνα σημεῖο ἀπὸ φωτιὰ τοὺς ἔστελνες, γνωρίζαν
τὸ θλιβερὸ χαιρέτισμα ποὺ φώταε τῆς ἀβύσσου
τοὺς δρόμους κι᾿ ὅλοι ἀπόμεναν στὸν τόπο τους ποὺ ὁρίζαν.
Ἀπόμεναν στὴν ἴδια τους πικρία, κρεμασμένοι
ἔτσι μοιραῖα καὶ θλιβερὰ στὸ «βράχο» τοῦ κινδύνου.
Κι᾿ ὅταν πιὰ τοὺς χαιρέτισες, οἱ αἰώνια ἀπελπισμένοι
ψάλαν μαζὶ κάποια στροφὴ καθιερωμένου θρήνου.
Μὰ φτάνουν πάντα στὸ «νησί» τὰ νέα παιδιὰ ὁλοένα.
Στὴν ἄδεια θέση σου ζητοῦν τῆς ζωῆς τὸ ἐλεγεῖο.
Σοῦ φέρνουνε στὰ μάτια τους δυὸ δάκρυα παρθένα
καὶ τῆς καινούριας σου Ἐποχῆς τὸ πλαστικὸ ἐκμαγεῖο

Γιάννης Ρίτσος (1909-1990) - Ὁ ποιητὴς τῆς Ῥωμηοσύνης


Τεράστιο σὲ ποσότητα καὶ πολὺ σημαντικό σε ποιότητα εἶναι τὸ ἔργο τοῦ μεγάλου μας ποιητῆ Γιάννη Ρίτσου. Θεωρεῖται ἕνας ἀπὸ τοὺς καλύτερους ἐκπροσώπους τῆς νεότερης ἑλληνικῆς ποίησης. Πάνω ἀπὸ ἑκατὸ ποιητικὲς συλλογὲς καὶ συνθέσεις, ἐννέα πεζογραφήματα (μυθιστορήματα τὰ ὀνομάζει), τέσσερα θεατρικά, ὅπως καὶ μελέτες γιὰ ὁμοτέχνους συγκροτοῦν τὸ κύριο σῶμα τοῦ ἔργου του. Πολυάριθμες μεταφράσεις, χρονογραφήματα καὶ ἄλλα δημοσιεύματα συμπληρώνουν τὴν εἰκόνα τοῦ δημιουργοῦ.

Ὅταν σφίγγουν τὸ χέρι, ὁ ἥλιος εἶναι βέβαιος γιὰ τὸν κόσμο
ὅταν χαμογελᾶνε, ἕνα μικρὸ χελιδόνι φεύγει μὲς ἀπ᾿ τ᾿ ἄγρια γένεια τους
ὅταν κοιμοῦνται, δώδεκα ἄστρα πέφτουν ἀπ᾿ τὶς ἄδειες τσέπες τους
ὅταν σκοτώνονται, ἡ ζωὴ τραβάει τὴν ἀνηφόρα μὲ σημαῖες καὶ μὲ ταμποῦρλα

Γιάννης Ρίτσος - «Ποιητές»

Στὸν Κώστα ΚΑΡΥΩΤΑΚΗ
Ὤ, δὲ χωρεῖ καμία ἀμφισβήτηση, ποιητὲς
εἴμαστ᾿ ἐμεῖς μὲ κυματίζουσα τὴν κόμη
-- ἔμβλημ᾿ ἀρχαῖο καλλιτεχνῶν -- καὶ χτυπητὲς
μάθαμε φράσεις ν᾿ ἀραδιάζουμε κι ἀκόμη
μιὰ εὐαισθησία μας συνοδεύει ὑστερική,
ποῦ μας πικραίνει ἕνα χλωμό, σβησμένο φύλλο,
μακριὰ ἕνα σύννεφο μαβί. Χιμαιρικὴ
τὴ ζωή μας λέμε καὶ δὲν ἔχουμ᾿ ἕνα φίλο.
Μένουμε πάντα σιωπηλοὶ καὶ μοναχοί,
ὅμως περήφανα στὰ βάθη μας κρατοῦμε
τὸ μυστικό μας θησαυρό, κι ὅταν ἠχεῖ
ἡ βραδινὴ καμπάνα ἀνήσυχα σκιρτοῦμε.
Θεωροῦμε ἀνίδεους, ἀνάξιους κι εὐτελεῖς
γύρω μας ὅλους, κι ἀπαξιοῦμε μιὰ ματιά μας
σ᾿ αὐτοὺς νὰ ρίξουμε, κι ἡ νέα ξανὰ σελὶς
τὸ θρῆνο δέχεται τοῦ ἀνούσιου ἔρωτά μας.
Ἀναμασᾶμε κάθε μέρα τὰ παλιὰ
χιλιοειπωμένα αἰσθήματά μας· ἐξηγοῦμε
τὸ τάλαντό μας: «κελαηδοῦμε σὰν πουλιά»·
τὴν ἀσχολία μας τόσ᾿ ὡραῖα δικαιολογοῦμε.
Γιὰ μᾶς ὁ κόσμος ὅλος μόνο εἴμαστ᾿ ἐμεῖς,
καὶ τυλιγόμαστε, μανδύα μας, ἕνα τοῖχο.
Μ᾿ ἔπαρση ἐκφράζουμε τὰ πάθη τῆς στιγμῆς
σ᾿ ἕναν -- μὲ δίχως χασμωδίες -- μουσικὸ στίχο.
Γύρω μας κι ἄλλοι κι ἂν πονοῦν κι ἂν δυστυχοῦν,
κι ἂν τοὺς λυγίζει, ἂν τοὺς φλογίζει ἡ ἀδικία -
ὤ, τέτοια θέματα πεζὰ ν᾿ ἀνησυχοῦν
τοὺς ἀστρικούς μας στοχασμούς, εἶναι βλακεία.

Γιάννης Ρίτσος - Μὲ τόσα φύλλα

Μὲ τόσα φύλλα σοῦ γνέφει ὁ ἥλιος καλημέρα
Μὲ τόσα φλάμπουρα νὰ λάμπει ὁ οὐρανὸς
Καὶ τοῦτοι μὲς στὰ σίδερα, καὶ κεῖνοι μὲς στὸ χῶμα
Καὶ τοῦτοι μὲς στὰ σίδερα, καὶ κεῖνοι μὲς στὸ χῶμα
Σώπα, ὅπου νά ῾ναι θὰ σημάνουν οἱ καμπάνες
Αὐτὸ τὸ χῶμα εἶναι δικό τους καὶ δικό μας.
Κάτω ἀπ᾿ τὸ χῶμα, μὲς στὰ σταυρωμένα χέρια τους
κρατᾶνε τῆς καμπάνας τὸ σκοινὶ
προσμένουνε τὴν ὥρα,
προσμένουν νὰ σημάνουν τὴν Ἀνάσταση.
Τοῦτο τὸ χῶμα εἶναι δικό τους καὶ δικό μας
Δὲν μπορεῖ κανεὶς νὰ μᾶς τὸ πάρει.
Σώπα, ὅπου νά ῾ναι θὰ σημάνουν οἱ καμπάνες
Αὐτὸ τὸ χῶμα εἶναι δικό τους καὶ δικό μας.

Γιάννης Ρίτσος - Τρύγος

Ἄσπρα σπίτια, κάτασπρα,
τὰ βερικοκιὰ τὰ κεραμίδια,
γαλανὰ παραθυρόφυλλα,
τ᾿ ἄλογα τὰ κανελιὰ μὲς στὸν αὐλόγυρο,
τ᾿ ἄσπρα μὲς στὸ πράσινο,
τὰ μπαλκόνια μάλαμα καὶ θάλασσα.
Τὰ μουλάρια στὸν ἀνήφορο τῆς πέτρας,
καὶ τὰ γαϊδουράκια μὲς στ᾿ ἀγκάθια,
ψάθες καὶ μαχαίρια καὶ καλάθια μὲς στ᾿ ἀμπέλια
γέλια.
Δάχτυλα καὶ γόνατα,
στήθια καὶ σαγόνια
μὲς στὸ μοῦστο ματωμένα,
κόκκινες φωτιὲς κι ἱδρώτας,
στὶς κατηφοριὲς
τὸ χρυσὸ κακάρισμα τῆς κότας.
Κι ὅπως γαλανίζει τὸ βραδάκι,
τὸ μαβί, τὸ βιολετί,
νὰ κι ἡ Παναγιὰ στὴ δημοσιά,
πλάι στὰ κάρα, στὰ κουδούνια, στὰ σταμνιὰ
καὶ στὰ κλαδωτὰ μαντίλια,
νά τη ἡ Παναγιὰ
νὰ κρατάει στὴν ἀσημένια της ποδιὰ
πέντε ὀκάδες κόκκινα σταφύλια.

ΘΕΡΜΟΠΥΛΕΣ

Τιμή σ’ εκείνους όπου στην ζωή των
ώρισαν και φυλάγουν Θερμοπύλες.
Ποτέ από το χρέος μη κινούντες·
δίκαιοι κ’ ίσιοι σ’ όλες των τες πράξεις,
αλλά με λύπη κιόλας κ’ ευσπλαχνία·
γενναίοι οσάκις είναι πλούσιοι, κι όταν
είναι πτωχοί, πάλ’ εις μικρόν γενναίοι,
πάλι συντρέχοντες όσο μπορούνε·
πάντοτε την αλήθεια ομιλούντες,
πλην χωρίς μίσος για τους ψευδομένους.

Και περισσότερη τιμή τούς πρέπει
όταν προβλέπουν (και πολλοί προβλέπουν)
πως ο Εφιάλτης θα φανεί στο τέλος,
κ’ οι Μήδοι επί τέλους θα διαβούνε.

ΙΘΑΚΗ

Σα βγεις στον πηγαιμό για την Ιθάκη,
να εύχεσαι νάναι μακρύς ο δρόμος,
γεμάτος περιπέτειες, γεμάτος γνώσεις.
Τους Λαιστρυγόνας και τους Κύκλωπας,
τον θυμωμένο Ποσειδώνα μη φοβάσαι,
τέτοια στον δρόμο σου ποτέ σου δεν θα βρεις,
αν μέν’ η σκέψις σου υψηλή, αν εκλεκτή
συγκίνησις το πνεύμα και το σώμα σου αγγίζει.
Τους Λαιστρυγόνας και τους Κύκλωπας,
τον άγριο Ποσειδώνα δεν θα συναντήσεις,
αν δεν τους κουβανείς μες στην ψυχή σου,
αν η ψυχή σου δεν τους στήνει εμπρός σου.

Να εύχεσαι νάναι μακρύς ο δρόμος.
Πολλά τα καλοκαιρινά πρωιά να είναι
που με τι ευχαρίστησι, με τι χαρά
θα μπαίνεις σε λιμένας πρωτοειδωμένους·
να σταματήσεις σ’ εμπορεία Φοινικικά,
και τες καλές πραγμάτειες ν’ αποκτήσεις,
σεντέφια και κοράλλια, κεχριμπάρια κ’ έβενους,
και ηδονικά μυρωδικά κάθε λογής,
όσο μπορείς πιο άφθονα ηδονικά μυρωδικά·
σε πόλεις Aιγυπτιακές πολλές να πας,
να μάθεις και να μάθεις απ’ τους σπουδασμένους.

Πάντα στον νου σου νάχεις την Ιθάκη.
Το φθάσιμον εκεί είν’ ο προορισμός σου.
Aλλά μη βιάζεις το ταξείδι διόλου.
Καλλίτερα χρόνια πολλά να διαρκέσει·
και γέρος πια ν’ αράξεις στο νησί,
πλούσιος με όσα κέρδισες στον δρόμο,
μη προσδοκώντας πλούτη να σε δώσει η Ιθάκη.

Η Ιθάκη σ’ έδωσε τ’ ωραίο ταξείδι.
Χωρίς αυτήν δεν θάβγαινες στον δρόμο.
Άλλα δεν έχει να σε δώσει πια.

Κι αν πτωχική την βρεις, η Ιθάκη δεν σε γέλασε.
Έτσι σοφός που έγινες, με τόση πείρα,
ήδη θα το κατάλαβες η Ιθάκες τι σημαίνουν.

Νέοι Λογοτέχνες

Γειά σας.
       Αυτό το ιστολόγιο δημιουργήθηκε για την ελληνική και διεθνή λογοτεχνία. Εδώ θα μπορείτε να ενημερώνεστε να διαβάζεται και να συζητάτε για την λογοτεχνία.

Το ιστολόγιο είναι ακόμα υποκατασκευή

                                                                                                             Με σεβασμό
                                                                                                              Xristos.K